Το πένθος για την απώλεια του δημοφιλούς καλλιτέχνη αποκαλύπτει πολλά, κυρίως για αυτούς που έμειναν πίσω – Εγινε ο «σκληρός δίσκος» μιας συλλογικής μνήμης, ο αντίκτυπος μιας οργής απέναντι στην αδικία
Στις 30 Σεπτεμβρίου 1955 ο Τζέιμς Ντιν σκοτωνόταν σε τροχαίο, σε ηλικία μόλις 24 ετών. Είχε γυρίσει μόνο τρεις μεγάλες κινηματογραφικές ταινίες, αλλά δεν χρειαζόταν κάτι περισσότερο: είχε ήδη γίνει είδωλο. Στην κηδεία του – μια εποχή χωρίς την πολλαπλασιαστική δύναμη των social media – παρευρέθηκαν περισσότεροι από 600 άνθρωποι, ενώ 2.500 θαυμαστές είχαν συγκεντρωθεί έξω από την εκκλησία.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι το γιατί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ταυτίστηκαν μαζί του: ενσάρκωνε χαρακτήρες αποξενωμένους, ευάλωτους, θυμωμένους, αβέβαιους για τη θέση τους στον κόσμο.
Τα λαϊκά είδωλα δεν γεννιούνται στο κενό. Είναι προϊόν των αναγκών μας και πιστός καθρέφτης του κόσμου μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ενας καμβάς πάνω στον οποίο αποτυπώνονται οι αξίες, οι φόβοι και οι προτεραιότητές του. Τόσο, ώστε βλέποντας ποιον λατρεύει μια εποχή, να μπορείς να καταλάβεις τι της λείπει και τι ονειρεύεται.
Λαϊκό ποτάμι
Κάτι ανάλογο συνέβη με τον Γιώργο Μαζωνάκη. Εναν καλλιτέχνη που είχε ήδη μια μακρά σχέση με το κοινό, έχοντας συσσωρεύσει τεράστιο φορτίο στις αναμνήσεις του κόσμου που τον ακολουθούσε.
Επί δύο ημέρες, η Νίκαια έγινε τόπος «προσκυνήματος». Ενα λαϊκό ποτάμι αποχαιρετούσε τον νεκρό καλλιτέχνη, με κύματα λατρείας, ενώ κόρνες, «συνθήματα» και παρατεταμένα χειροκροτήματα συνόδευαν την κηδεία, που τελέστηκε υπό την εκκωφαντική υπόκρουση των τραγουδιών του.
Ο μητροπολίτης Νίκαιας έκανε λόγο για επανάληψη του έπους του Διγενή, ενώ ο Σταύρος Ξαρχάκος μίλησε για «το τελευταίο λαϊκό είδωλο». Οπαδοί του Ατρόμητου σήκωσαν πανό για τον Μαζωνάκη στην εξέδρα: «Γέννημα θρέμμα Δυτικής Αττικής, έχουμε περηφάνια εδώ εμείς και λόγο τιμής». Δεν πενθούσαν απλώς έναν καλλιτέχνη αλλά ένα κομμάτι της δικής τους ζωής που είχε συνδεθεί μαζί του.
Ο Μαζωνάκης έγινε, υπ’ αυτή την έννοια, για κάποιους, o «σκληρός δίσκος» μιας συλλογικής μνήμης. Εγινε σύμβολο. Εγινε ο αντίκτυπος μιας οργής απέναντι στην αδικία και σε ό,τι ο άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει. Εγινε ταύτιση:
η ανάγκη να αναγνωρίσουμε στον άλλον κάτι από εμάς. Εγινε ακόμη και μια «μορφή συντροφικότητας» σε έναν κόσμο που δυσκολεύεται να προσφέρει ουσιαστικούς δεσμούς. Και τελικά έγινε κάτι που υπερέβη το «Μαζωνάκης» και αφορούσε πλέον τους εαυτούς εκείνων που συγκινήθηκαν μαζί του.
Κοινωνιολογία των Διασήμων
Η Κοινωνιολογία των Διασήμων, ένας κλάδος που ξεκίνησε δειλά δειλά στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και ανθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην αμερικανική Μέκκα της σόουμπιζ και στη Μεγάλη Βρετανία, έχει πολλά να μας αφηγηθεί. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο και ακαδημαϊκό Κρις Ρότζεκ,
η διασημότητα χωρίζεται σε κατηγορίες. Υπό τη δική του οπτική, ο Μαζωνάκης ξεκίνησε ως achieved celebrity, ως διασημότητα κατακτημένη μέσω του ταλέντου του, όμως η μυθοποίησή του ολοκληρώθηκε ως attributed celebrity: το κοινό – και τα media – του απέδωσε μια διάσταση σχεδόν αρχετυπική.
Η καταγωγή του από τη Νίκαια και η διατήρηση της «λαϊκότητάς» του λειτούργησαν ως γέφυρα. Η αλληλεγγύη του στους αδυνάμους, η βαθιά ευαισθησία και η μοναχικότητά του, που αντανακλούσαν ακόμη και στο γρέζι της φωνής του, οι ταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, τα προσωπικά του προβλήματα συνετέλεσαν σε αυτό. Το κοινό «μυθοποιεί» όσους νιώθει ότι «ανήκουν σε αυτό»,
λένε οι κοινωνιολόγοι, μετατρέποντας τον καλλιτέχνη σε καθρέφτη των δικών του βιωμάτων, των καημών και των αντιφάσεών του. Αυτό δεν σημαίνει, άλλωστε, στην κυριολεξία της η αρχαία λέξη «είδωλο»;
Κάποιος να τους «ενώσει»
Σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, ταλανισμένο από αδιέξοδα, που προσπαθεί να «βγάλει την επόμενη ημέρα», φορτωμένο με αγωνίες, χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν κάποιον να τους «ενώσει». Υπερβαίνοντας τις διαφορετικές αισθητικές επιλογές, την ταξική διαστρωμάτωση, το χάσμα γενεών, τη στάση ζωής που καθένας υπηρετεί.
«Τριάντα χρόνια δεν το έπαιξα ποτέ στο ραδιόφωνο», έγραψε στο Facebook ο σπουδαίος Οδυσσέας Ιωάννου. «Εδώ και ώρες το τραγουδάω συνέχεια. Εμμονικά, στο repeat. Περπατάω, πάω για δουλειές, παίρνω τα παιδιά και συνέχεια τραγουδάω “τέσσερις πήγε / μου είπαν πάλι φύγε / φύγε από το μαγαζί”». Και συμπλήρωσε: «Δεν με κέρδισε τόσα χρόνια, σήμερα με νίκησε».
Έγινε «οικείος»
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας λαϊκός άνθρωπος, με ταλέντο, που μπήκε στη νύχτα σχεδόν παιδί. Δεν δίσταζε να εμφανιστεί ευάλωτος, ακόμη και αυτοσαρκαστικός – και έτσι έγινε «οικείος». Για κάποιους έμοιαζε με τραγική φιγούρα του Μποντλέρ.
Ηταν ο «Αλμπατρος» που, όσο βρίσκεται στον ουρανό, είναι κυρίαρχος και ελεύθερος, όταν όμως κατεβαίνει στη γη, τα γιγαντιαία φτερά του τον εμποδίζουν να περπατήσει; Ή ένας από τους «Τυφλούς», τις τραγικές μορφές που κοιτάζουν συνεχώς προς τον ουρανό, ψάχνοντας μάταια για ένα φως ή μια θεϊκή απάντηση, ενώ οι ίδιοι διασχίζουν το σκοτάδι της πόλης;
Σε κάθε περίπτωση, όταν η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει, ο Μαζωνάκης «έσβησε» μέσα σε μια υπαρξιακή μελαγχολία, «ρουφηγμένος» από το σύστημα που τον είχε ανεβάσει. Εζησε ως ροκ σταρ – αλλά με λαϊκό ρεπερτόριο. Και έκανε το κοινό να βιώσει τη φράση «Ανήκω σε μένα» ως κάτι περισσότερο από τον τίτλο ενός τραγουδιού.
Μερικές ώρες μετά, άνθρωποι που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ ξανά μεταξύ τους τραγουδούσαν μαζί τα τραγούδια του, έφταναν περασμένα μεσάνυχτα έξω από την εκκλησία, πιστοί σε ένα άτυπο ραντεβού, έκαναν «πηγαδάκια», δάκρυζαν. Ο θάνατός του δημιούργησε μια κοινότητα. Και έφερε στο φως μια εξίσωση που αποκαλύπτει πολλά – όχι μόνο για εκείνον που έφυγε, αλλά κυρίως για αυτούς που έμειναν πίσω.https://www.tanea.gr/editor/katerina-rovva/







