Μια ταβέρνα με μεγάλη ιστορία στις Αρχάνες, ένα από τα πιο όμορφα κεφαλοχώρια της Κρήτης.
Είναι μερικές μέρες του χρόνου που ο ήλιος στις Αρχάνες, μόλις 20 λεπτά έξω από το Ηράκλειο, δεν αστειεύεται. Ούτε καν τον Οκτώβρη, όταν το φθινόπωρο έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του, αλλά η Κρήτη εξακολουθεί να απολαμβάνει τις δικές της παρατάσεις του καλοκαιριού. Καπέλο και αντηλιακό παραμένουν ταιριαστές λύσεις για το περπάτημα και την εξερεύνηση του «πολύχρωμου» χωριού με τη βαθιά ιστορία που φτάνει στους μινωικούς καιρούς.
Ένα χωριό γεμάτο χρώμα και ιστορία, οι Αρχάνες λίγο έξω από το Ηράκλειο. Φωτό: Shutterstock
Οι Αρχάνες, χτισμένες στους πρόποδες του Γιούχτα, είναι από εκείνους τους τόπους που αξίζει να τους ανακαλύψεις περπατώντας. Στα στενά τους συναντάς παλιά αρχοντικά, αναπαλαιωμένα σπίτια με χρωματιστές προσόψεις, λουλουδιασμένες αυλές και μικρές πλατείες όπου η καθημερινότητα εξακολουθεί να έχει τους δικούς της ρυθμούς.
Γύρω από τον οικισμό απλώνονται ελαιώνες και αμπέλια, καλλιέργειες που έχουν συνδεθεί με την οικονομία, τη γαστρονομία και την ταυτότητα της περιοχής εδώ και χιλιάδες χρόνια. Άλλωστε, οι Αρχάνες βρίσκονται στην καρδιά μιας από τις σημαντικότερες αμπελουργικές ζώνες της Κρήτης, σε έναν τόπο όπου το κρασί και η τσικουδιά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φιλοξενίας.
Καλύτερη λύση, βέβαια, η σκιά. Πόσο μάλλον η παχιά και πλούσια σκιά από τα μεστωμένα κλήματα που περιπλέκονται στην πέργκολα και φτιάχνουν φυσικό στέγαστρο πάνω από μερικά τετραγωνικά γης. Του «Φιλόσοφου» η σκιά, σ’ αυτήν τη μεγάλη αυλή, είναι σίγουρα ζηλευτή. Κι αυτή την εποχή, που τα αμπέλια έχουν δώσει πια τον καρπό τους και ο τρύγος έχει ολοκληρωθεί, η κληματαριά εξακολουθεί να προσφέρει τη δροσιά της, λίγο πριν αρχίσουν τα φύλλα της να κιτρινίζουν.
Η ζηλευτή αυλή του “Φιλόσοφου”, με τη δροσερή κληματαριά να ρίχνει τη σκιά της.
Η πέτρα στους τοίχους που αγκαλιάζουν τον χώρο αναδύει την πολύτιμη δροσιά της υγρασίας, ενώ η ξύλινη καρέκλα προσδίδει την απλότητα των πρότερων χρόνων. Τίποτα εδώ δεν μοιάζει επιτηδευμένο. Τα τραπέζια, η αυλή, τα σκεύη, ακόμη και ο τρόπος που φτάνει το φαγητό μπροστά σου, παραπέμπουν σε μια άλλη εποχή, όταν το καλό τραπέζι δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις.
Κι αν το σκηνικό συνδυάζεται με ποιοτική πρώτη ύλη στο πιάτο, ευωδιαστό ελαιόλαδο πάνω σ’ ένα μικρό κομμάτι ψημένο ψωμί και γλυκόπιοτη τσικουδιά σε σκαλιστό ποτήρι επαρκούν για να χορτάσει από τη μία το μάτι όσο κι από την άλλη το στομάχι.
Μια γουλιά από τ’ απόσταγμα που βρίσκεις στην ταβέρνα των Αρχανών σε προτρέπει για την αμέσως επόμενη. Χαμηλή σε βαθμούς για να μη θολώνει τη σκέψη, αλλά κι αψιά ταυτόχρονα για να μη νιώθεις πως ρέει μέσα σου νερό. Δεν θέλει βιασύνη η τσικουδιά, συμβουλεύουν όσοι ξέρουν. Ευχή για «υγεία» κι απαλό τσούγκρισμα.
Άλλωστε, εδώ η τσικουδιά δεν είναι απλώς ένα ποτό. Είναι μέρος μιας ολόκληρης κουλτούρας που συνδέεται με τον τρύγο, τα καζανέματα και τις παρέες που στήνονται γύρω από το τραπέζι. Ο Οκτώβρης είναι η εποχή που τα ρακοκάζανα αρχίζουν να παίρνουν φωτιά, τα τσίκουδα των σταφυλιών μετατρέπονται σε απόσταγμα και η διαδικασία γίνεται αφορμή για γιορτή. Με μεζέδες, ιστορίες, πειράγματα και κουβέντες που μπορούν να κρατήσουν μέχρι αργά.
Τσικουδιά και ζυμωτό ψωμί στα κάρβουνα. Το καλύτερο καλωσόρισμα στον “Φιλόσοφο”.
Μ’ αυτήν καλωσορίζει θαμώνες και περαστικούς επισκέπτες ο «Φιλόσοφος» που στέκει στην άκρη του δρόμου από το 1967, σχεδόν έξι δεκαετίες πλέον. Κληρονομιά και παρακαταθήκη από πάππου σε πατέρα κι από πατέρα σε γιο. Τρεις γενιές πια μαγειρεύουν, ψήνουν και σερβίρουν για έναν κόσμο που προτιμά την κλασική εκδοχή από τη μοντέρνα. Στην Κρήτη, άλλωστε, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά τέτοια μαγαζιά.
Οικογενειακές ταβέρνες που δεν αισθάνονται την ανάγκη να ακολουθήσουν τις τάσεις της εποχής, γιατί γνωρίζουν καλά τι θέλουν να προσφέρουν και, κυρίως, πώς να το κάνουν.
Παραδοσιακά πιάτα θα γευτείς εκειά. Αυτά της ελληνικής κουζίνας. Της γιαγιάς, της μαμάς, της οικογένειας. Κι είτε μπιφτέκι είτε σουβλάκι είτε μπριζόλα επιλέξεις, το ίδιο «λουκούμι» θα σου έρθει. Τόσο μαλακό και μαστιχωτό που το κρέας δεν χρειάζεται μάσημα για να περάσει από τον οισοφάγο και να καταλήξει στο στομάχι. Και το παστίτσιο του, όσο χορταστικό τόσο και γευστικό, θα πω.
Φανταστικά σαλιγκάρια στιφάδο. Ένα πιάτο που θα φας μόνο στην Κρήτη, στην καλύτερη εκδοχή του, στον “Φιλόσοφο”.
Είναι η κουζίνα που στηρίζεται σε γνώριμες γεύσεις, σωστό ψήσιμο και γενναιόδωρες μερίδες. Εκείνη που δεν χρειάζεται να αναζητήσεις περίπλοκες τεχνικές για να την εκτιμήσεις. Η ποιότητα του κρέατος, η φωτιά, το ελαιόλαδο και η εμπειρία εκείνου που βρίσκεται πάνω από την ψησταριά αρκούν για να κάνουν τη διαφορά. Και το φαγητό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν σκεφτεί κανείς τη γαστρονομική παράδοση που
κουβαλά αυτός ο τόπος. Στην ενδοχώρα του Ηρακλείου, το τραπέζι έχει διαμορφωθεί από την κτηνοτροφία, την καλλιέργεια της γης και την εποχικότητα. Το αρνί και το κατσίκι, τα χόρτα, τα όσπρια, τα τυριά, οι πίτες και τα μαγειρευτά αποτελούν βασικά στοιχεία μιας κουζίνας που έμαθε να αξιοποιεί όσα προσφέρει κάθε εποχή. Κι αν κάτι χαρακτηρίζει την κρητική μαγειρική στην πιο αυθεντική εκδοχή της, είναι αυτή ακριβώς η ικανότητα να δημιουργεί βαθιά νοστιμιά με λίγα, καλά υλικά.
Απλές ιδέες, αλλά με νόημα για τους καλοφαγάδες. Όπως όσα πολλά έλεγε στα κέφια του ο ιδρυτής του μαγαζιού, ο περίφημος «φιλόσοφος» από τις Αρχάνες. Ένα προσωνύμιο που, κατά μαρτυρίες, του κόλλησε ο άλλοτε πρύτανης και συγγραφέας Γραμματικάκης για να τιμήσει τις λαϊκές σοφίες του ντόπιου διανοούμενου. Σοφίες που πήγαζαν από τις αμέτρητες εμπειρίες ζωής που είχαν φτιάξει φωλιά στο μυαλό του κεντρικού ήρωα και τις είχε πυξίδα.
Εξέπεμπε καθαρή ματιά ο παππούς, μας είπαν οι επίγονοί του, εξίσου κι αυτοί ως οικοδεσπότες του 2026. Ειλικρινής και ευθύς, με καυστικό χιούμορ που έκανε ακόμη και τον Οδυσσέα Ελύτη να προσδοκά την παρέα του σε τραπέζι με τον τότε δήμαρχο Ηρακλείου, Μανόλη Καρέλλη. Κι αυτός, ο αθεόφοβος Φιλόσοφος, να απαντά «θα σας τιμήσω με την παρουσία μου», γιατί «αν δεν ήμασταν εμείς» η έμπνευση των μεγάλων ποιητών θα ‘ταν λειψή.
Αυλές και τραπέζια σαν αυτά του “Φιλόσοφου” πάντα αποτελούσαν χώρους συνάντησης, συναναστροφής και διασκέδασης.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τέτοιες κουβέντες να ξετυλίγονται κάτω από την κληματαριά, ανάμεσα σε πιάτα, ποτήρια και ανθρώπους που είχαν πάντοτε κάτι να διηγηθούν. Γιατί οι ταβέρνες και τα καφενεία στην Κρήτη δεν μπορούν να είναι μόνο χώροι εστίασης.
Ήταν ανέκαθεν σημεία συνάντησης, μικρά κέντρα της κοινωνικής ζωής, εκεί όπου οι ειδήσεις, οι ιστορίες και οι απόψεις περνούσαν από στόμα σε στόμα. Και οι Αρχάνες, ένας τόπος με τόσο βαθιές ρίζες, είχαν πάντοτε πολλές ιστορίες να αφηγηθούν.
Για τις Αρχάνες είχε γράψει και το ΒΗΜΑ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν, μέσα Αυγούστου, τότε που η μεγάλη ανασκαφή του Γιάννη Σακελλαράκη στην «Ανεμοσπηλιά» έφερνε στο φως ευρήματα που ερμηνεύτηκαν ως αποδείξεις ανθρωποθυσίας, μιας από τις πιο πολυσυζητημένες ανακαλύψεις της μινωικής αρχαιολογίας.
Το δημοσίευμα του Βήματος για την ανακάλυψη στις Αρχάνες, στα τέλη της δεκαετίας του 70.
Το 1979, ο Γιάννης και η Έφη Σακελλαράκη αποκάλυψαν στη βόρεια πλαγιά του Γιούχτα ένα μινωικό ιερό που είχε καταστραφεί από σεισμό στα μέσα του 17ου αιώνα π.Χ. Η ερμηνεία των ευρημάτων ως τελετουργικής ανθρωποθυσίας προκάλεσε μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον και εξακολουθεί να
αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Κι αυτή δεν είναι παρά μία από τις πολλές σελίδες της ιστορίας της περιοχής. Το μινωικό νεκροταφείο στο Φουρνί, τα κατάλοιπα του ανακτορικού συγκροτήματος μέσα στον σημερινό οικισμό και τα αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν τη μακραίωνη κατοίκηση των Αρχανών συνθέτουν ένα παρελθόν που παραμένει εντυπωσιακά παρόν.
Ακόμη και η σχέση του τόπου με το κρασί χάνεται στα βάθη των αιώνων. Στην περιοχή των Αρχανών έχει εντοπιστεί μινωικό πατητήρι ηλικίας περίπου 3.500 ετών, μια μικρή αλλά πολύτιμη απόδειξη ότι η άμπελος και οι καρποί της είχαν ξεχωριστή θέση στη ζωή των ανθρώπων πολύ πριν εμφανιστούν τα σημερινά οινοποιεία και οι οργανωμένοι αμπελώνες.
Τέτοιες ιστορίες, πέραν των γεύσεων, κουβαλά το καπηλειό που στέκει στις Αρχάνες σχεδόν έξι γεμάτες δεκαετίες. Ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά, μαζί με τις συνταγές, τις συνήθειες και τον τρόπο με τον οποίο υποδέχονται τους ανθρώπους στο τραπέζι. Σαν εκείνο τ’ όμορφο του παλιού καιρού για το οποίο έγραψε ο Δημήτρης Αποστολάκης από τους Χαΐνηδες κι ακουγόταν με τη μελωδική φωνή του Μίλτου Πασχαλίδη σαν χαλί από τα ηχεία της αυλής με τις σκιερές κληματαριές.
Ο “Φιλόσοφος” συνεχίζει να φιλοξενεί ιστορίες ανθρώπων, που εκτυλίσσονται κάτω από την κληματαριά.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα στην τελευταία μπουκιά, στην τελευταία γουλιά τσικουδιάς και στις κουβέντες που δεν λένε να τελειώσουν, καταλαβαίνεις ότι ο «Φιλόσοφος» δεν είναι απλώς το όνομα μιας παλιάς ταβέρνας. Είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίζεις τη ζωή. Με απλότητα, καλή παρέα, νόστιμο φαγητό και αρκετό χρόνο για να τα απολαύσεις όλα.https://www.tovima.gr/editor/zoitos-giannis/








