Η απώλεια του Κογκρέσου πυροδοτεί εσωτερικές ανακατατάξεις στους Ρεπουμπλικανούς. Ο πόλεμος στο Ιράν αναδεικνύεται σε καταλύτη της εκλογικής ήττας, ενώ στον Λευκό Οίκο αναζητούνται ευθύνες και πιθανοί αντικαταστάτες.
Η επόμενη ημέρα των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκει τον Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπο όχι μόνο με ένα εχθρικό Κογκρέσο, αλλά και με τις πρώτες σοβαρές αναταράξεις στο εσωτερικό του πολιτικού του στρατοπέδου. Η απώλεια τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς έχει ανοίξει τη συζήτηση για τις ευθύνες της ήττας, τις αλλαγές στην κυβέρνηση και, κυρίως, τη φυσιογνωμία που θα αποκτήσει το κίνημα MAGA μετά τον Τραμπ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της εκλογικής δυσαρέσκειας. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, η πίεση στα αμερικανικά νοικοκυριά και η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια της σύγκρουσης υπονόμευσαν το βασικό προεκλογικό επιχείρημα των Ρεπουμπλικανών περί οικονομικής ευημερίας.
Η εκλογική ήττα δεν σηματοδοτεί το τέλος της προεδρίας Τραμπ. Αλλάζει, όμως, τους συσχετισμούς ισχύος στην Ουάσιγκτον και επιταχύνει πολιτικές διεργασίες που μέχρι πρότινος παρέμεναν στο παρασκήνιο.
Ο Χέγκσεθ και η αναζήτηση ενός «αποδιοπομπαίου τράγου»
Το πρώτο μεγάλο ερώτημα αφορά την τύχη του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των σεναρίων κυβερνητικού ανασχηματισμού.
Σύμφωνα με πληροφορίες του CBS News, ο Τραμπ έχει ζητήσει από συνεργάτες και πολιτικούς συμμάχους του να εκτιμήσουν κατά πόσο ο Χέγκσεθ θα πρέπει να παραμείνει στο Πεντάγωνο. Παρότι δεν έχει ληφθεί απόφαση απομάκρυνσής του, ορισμένοι στο περιβάλλον του προέδρου θεωρούν ότι η αντικατάστασή του θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνηση πολιτικής εκτόνωσης μετά την εκλογική συντριβή.
Ο ίδιος ο Τραμπ, πάντως, επιχείρησε να περιορίσει τη σχετική φημολογία, δηλώνοντας ότι ο υπουργός του κάνει «πολύ καλή δουλειά». Αντίστοιχα, το Πεντάγωνο διαμηνύει ότι ο Χέγκσεθ παραμένει προσηλωμένος στα καθήκοντά του μέχρι το τέλος της προεδρικής θητείας.
Παράλληλα, κυκλοφορεί το σενάριο μετακίνησης του Χέγκσεθ στη Γερουσία, προκειμένου να καταλάβει την έδρα του Τενεσί που πρόκειται να αφήσει η Μάρσα Μπλάκμπερν μετά την εκλογή της στη θέση της κυβερνήτη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προσφέρει μια πολιτικά πιο ανώδυνη διέξοδο, αν και προς το παρόν παραμένει υποθετική.
Η πίεση στον Χέγκσεθ, ωστόσο, δεν προέρχεται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο. Οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν κοινοβουλευτικές έρευνες για τη διαχείριση του πολέμου στο Ιράν, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις αποφάσεις του Πενταγώνου. Επιπλέον, ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι έχει προαναγγείλει νέα προσπάθεια παραπομπής του υπουργού, ζητώντας ουσιαστικά την παραίτησή του.
Το προηγούμενο του 2006 επανέρχεται στη συζήτηση. Τότε, μετά τη βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές και υπό το βάρος του πολέμου στο Ιράκ, ο Τζορτζ Μπους απομάκρυνε τον υπουργό Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ.
Είκοσι χρόνια αργότερα, το ερώτημα είναι εάν ο Τραμπ θα ακολουθήσει την ίδια διαδρομή ή εάν θα επιλέξει να προστατεύσει έναν από τους πιο πιστούς συνεργάτες του.
Στο κλίμα εσωκομματικής αμφισβήτησης προστίθεται και ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, ο οποίος χαρακτήρισε την εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών «πολιτικό ισοδύναμο πλήγματος μετεωρίτη», προειδοποιώντας ότι οι συνέπειές της ενδέχεται να διαρκέσουν για χρόνια. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, που απέδωσε σημαντικό μέρος της ήττας στην ποιότητα των υποψηφίων, ο ΝτεΣάντις υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι αποδοκίμασαν συνολικά τη ρεπουμπλικανική ηγεσία της Ουάσιγκτον. Μάλιστα, εμφανίστηκε απαισιόδοξος ακόμη και για την προοπτική ανάκτησης του Κογκρέσου το 2028.
Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ο πρώην εσωκομματικός αντίπαλος του Τραμπ δεν έχει αποκλείσει νέα διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος. Προβάλλοντας τη δική του διακυβέρνηση στη Φλόριντα ως διαφορετικό πολιτικό υπόδειγμα, επιχειρεί να διαχωρίσει τη θέση του από την ηγεσία της Ουάσιγκτον. Και ενώ το όνομά του περιλαμβάνεται στα σενάρια για πιθανή αντικατάσταση του Πιτ Χέγκσεθ στο Πεντάγωνο, η δημόσια στάση του δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πολιτικό δίλημμα: θα επιλέξει να συνδεθεί με μια αποδυναμωμένη κυβέρνηση ή να διατηρήσει την αυτονομία του ενόψει της μάχης για το 2028;
Ο Βανς παίρνει αποστάσεις και κοιτάζει το 2028
Την ίδια στιγμή, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς επιχειρεί να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτηση για την επόμενη ημέρα των Ρεπουμπλικανών.
Με μια ασυνήθιστα αιχμηρή δημόσια παρέμβαση, απέδωσε ευθέως την εκλογική ήττα στον πόλεμο με το Ιράν, αναγνωρίζοντας ότι σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει το δίδυμο Τραμπ-Βανς το 2024 στράφηκε δύο χρόνια αργότερα προς τους Δημοκρατικούς.
Ο αντιπρόεδρος προσδιόρισε τέσσερις βασικές απαιτήσεις των απογοητευμένων ψηφοφόρων: τερματισμό του πολέμου, αντιμετώπιση της ακρίβειας, επιστροφή στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική» και επανεξέταση της σχέσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ.
Η τοποθέτησή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής Τραμπ. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη στρατιωτική επιλογή απέναντι στο Ιράν, ενώ ο Βανς αναγνωρίζει το βαρύ εκλογικό τίμημα που αυτή προκάλεσε.
Δεν πρόκειται ακόμη για ανοιχτή σύγκρουση. Ο αντιπρόεδρος φρόντισε να επισημάνει ότι και ο ίδιος ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει τις συνέπειες του πολέμου. Ωστόσο, η διαφοροποίηση αποτυπώνει την προσπάθειά του να εκφράσει μια πτέρυγα του MAGA που αντιμετωπίζει με αυξανόμενο σκεπτικισμό τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις.
Πίσω από αυτή την κίνηση διακρίνεται και ο ορίζοντας του 2028. Ο Βανς εμφανίζεται ως ένας από τους πιθανότερους διεκδικητές του ρεπουμπλικανικού προεδρικού χρίσματος και γνωρίζει ότι η διαδοχή του Τραμπ θα απαιτήσει μια λεπτή ισορροπία: διατήρηση της εκλογικής βάσης του MAGA, αλλά και αποστασιοποίηση από τις πολιτικές επιλογές που οδήγησαν στην ήττα.
Ο Μασκ, οι απώλειες 130 δισ. και τα όρια της πολιτικής επιρροής του χρήματος
Στους μεγάλους χαμένους της εκλογικής αναμέτρησης συγκαταλέγεται και ο Έλον Μασκ.
Ο επιχειρηματίας, ο οποίος είχε επενδύσει τεράστια ποσά στην πολιτική ενίσχυση των Ρεπουμπλικανών, είδε βασικούς συμμάχους του να ηττώνται.
Το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα του Έλον Μασκ παίχτηκε στο Τέξας — και χάθηκε. Ο ισχυρότερος οικονομικός υποστηρικτής των Ρεπουμπλικανών διοχέτευσε περίπου 224 εκατομμύρια δολάρια στην πολιτεία όπου βρίσκονται οι επιχειρηματικές βάσεις της Tesla και της SpaceX, επιχειρώντας να διασφαλίσει τη νίκη του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον. Ωστόσο, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε, πετυχαίνοντας μια ιστορική ανατροπή. Η ήττα δεν ήταν μόνο εκλογική. Ο Μασκ χάνει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής προστασίας που απολάμβανε σε μια πολιτεία στρατηγικής σημασίας για την επιχειρηματική του αυτοκρατορία.
Η εκλογή πολιτικών αντιπάλων του στο Τέξας και η ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δημιουργούν νέες συνθήκες ελέγχου για την επιχειρηματική του αυτοκρατορία. Πέρα από τις οικονομικές συνέπειες, η περίπτωση Μασκ αναδεικνύει και ένα ευρύτερο πολιτικό συμπέρασμα: ακόμη και η τεράστια χρηματοδοτική ισχύς δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων.
Οι απώλειες για τον Μάσκ όμως δεν σταμάτησαν εκεί: Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών είχε για τον Έλον Μασκ και ένα βαρύ χρηματιστηριακό τίμημα. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι μετοχές της Tesla και της SpaceX υποχώρησαν κατά 3,3% και 3,8% αντίστοιχα, εξαϋλώνοντας σχεδόν 130 δισεκατομμύρια δολάρια από τη συνδυασμένη χρηματιστηριακή αξία των δύο εταιρειών μέσα σε μία συνεδρίαση. Το πλήγμα ήρθε μετά την επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τον Μασκ στην προεκλογική εκστρατεία των Ρεπουμπλικανών, με επίκεντρο το Τέξας. Η επικράτηση των Δημοκρατικών δημιουργεί πλέον φόβους για αυστηρότερο έλεγχο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, των κρατικών συμβάσεων και μιας πιθανής συγχώνευσης Tesla και SpaceX. Έτσι, ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διπλή ήττα: πολιτική και χρηματιστηριακή.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Τραμπ βρίσκεται, πάντως, στην ίδια τη λειτουργία της κυβέρνησής του και όχι στο τι εμπόδια θα βρει από τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Το θέμα λοιπόν φαίνεται περισσότερο να είναι το αν θα καταφέρει να διατηρήσει τον έλεγχο του ίδιου του πολιτικού κινήματος που δημιούργησε. Η μάχη πάντως για το 2028 έχει ήδη αρχίσει και αυτή τη φορά, ακόμη και οι πιο πιστοί σύμμαχοί του έχουν λόγους να σχεδιάζουν την επόμενη ημέρα χωρίς εκείνον.
Από την άλλη βέβαια ίσως οι δημοκρατικοί βρίσκονται μπροστά σε ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα. Αυτό της απουσίας ενός ισχυρού προσώπου για να ηγηθεί του κόμματος έως την επόμενη Προεδρική αναμέτρηση.








