Διαλειμματική νηστεία: Δύο ειδικοί εξηγούν τα υπέρ και τα κατά

Η διαλειμματική νηστεία έχει γίνει πολύ δημοφιλής μεταξύ των πολλών ανθρώπων που προσπαθούν να χάσουν βάρος. Δύο ειδήμονες «ζυγίζουν» τα υπέρ και τα κατά.

Διαλειμματική νηστεία: Δύο ειδικοί εξηγούν τα υπέρ και τα κατά

Γράφουν οι Χρυσή Κολιάκη και Νικόλαος Κατσιλάμπρος*

Η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μείωση του συνεχώς αυξανόμενου επιπολασμού της παχυσαρκίας και των σχετιζόμενων επιπλοκών.

Η ιδανική δίαιτα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι δύσκολο να καθοριστεί, αλλά σε γενικές γραμμές πρέπει να είναι ασφαλής, αποτελεσματική, υγιεινή, ισορροπημένη από πλευράς θρεπτικών συστατικών και να διευκολύνει τη μακροπρόθεσμη διατήρηση της απώλειας βάρους.

Οι δίαιτες διαλειμματικής νηστείας έχουν γίνει εξαιρετικά δημοφιλείς την τελευταία δεκαετία λόγω της απλότητάς τους, καθώς δεν απαιτούν από το άτομο να ζυγίζει τροφές και να υπολογίζει σε καθημερινή βάση τον αριθμό των προσλαμβανόμενων θερμίδων.

Με άρθρο του στο ΒΗΜΑ-Science, ο δεύτερος υπογράφων το σημερινό άρθρο σημείωνε προ τριών ετών: «Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για τη διαλειμματική νηστεία (ΔΝ, Intermittent Fasting) με στόχο τη διατροφική αντιμετώπιση ή και πρόληψη της παχυσαρκίας και των συνεπειών της. Πρόκειται για διαιτητικά σχήματα με χρονική εναλλαγή περιόδων ελεύθερης σίτισης και περιόδων νηστείας. Οι συχνότεροι τύποι ΔΝ είναι η μέρα παρ’ ημέρα νηστεία (alternate-day fasting), η 5:2 (νηστεία 2 ημέρες την εβδομάδα) και η καθημερινή σίτιση περιορισμένου χρόνου (ΣΠΧ), για παράδειγμα η δυνατότητα λήψης τροφής μόνο από τις 7 π.μ. ως τις 5 μ.μ. (daily time-restricted eating, TRE).

Στις πρώτες δύο περιπτώσεις, η στέρηση τροφής κατά τις ημέρες της νηστείας μπορεί να είναι μερική ή σπανιότερα απόλυτη, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του δεδομένου ατόμου και του προσδοκώμενου αποτελέσματος». Εκτοτε έχουν προστεθεί σε αυτό το κεφάλαιο πολλά δεδομένα. Ιδιαιτέρως σήμερα θα ασχοληθούμε με το διαιτητικό σχήμα της σίτισης περιορισμένου χρόνου (ΣΠΧ). Οι υπογράφοντες έχουν κατά την τελευταία διετία συγγράψει δύο εκτεταμένες ανασκοπήσεις σε έγκυρα διεθνή ιατρικά περιοδικά.

Τι σημαίνει ΣΠΧ;

Η ΣΠΧ δεν απαιτεί το άτομο να περιορίσει τη συνολική ημερήσια θερμιδική πρόσληψη, αλλά να περιορίσει την πρόσληψη τροφής αυστηρά εντός συγκεκριμένου χρονικού παραθύρου στη διάρκεια της ημέρας. Κατά τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας, το άτομο πίνει μόνο νερό ή καταναλώνει αναψυκτικά άνευ θερμίδων. Στην πλειονότητα των μελετών, το προτεινόμενο χρονικό παράθυρο κατανάλωσης θερμίδων είναι 8 ώρες (σχήμα 16:8 με νηστεία 16 ώρες και λήψη φαγητού 8 ώρες). Η πρώιμη εκδοχή ΣΠΧ (early TRE) συνεπάγεται περιορισμό της λήψης τροφής στο πρωινό παράθυρο (τελευταίο γεύμα της ημέρας όχι μετά τις 3 μ.μ.).

Μηχανισμοί και οφέλη
Η θετική επίδραση της διαλειμματικής νηστείας στους δείκτες καρδιομεταβολικής υγείας διαμεσολαβείται από μηχανισμούς που σχετίζονται με τους κιρκάδιους (νυχθήμερους) ρυθμούς, τον μεταβολισμό των κετονών (προϊόντων καύσεως λίπους), τη λειτουργία των μιτοχονδρίων, τη λειτουργία του λιπώδους ιστού και αλλαγές της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου.

Έχει προταθεί ότι ειδικότερα τα οφέλη της ΣΠΧ σχετίζονται με την επίδρασή της στη βιολογία των κιρκάδιων ρυθμών. Οι μεταβολικές δράσεις της ΣΠΧ φαίνεται να εξαρτώνται από τον χρόνο του παραθύρου λήψης τροφής εντός του 24ώρου. Ο περιορισμός της λήψης φαγητού στο μέσον της ημέρας (early eating) έχει δειχθεί ότι μπορεί να μειώσει το σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης νηστείας, την αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη, την υπερλιπιδαιμία και τη φλεγμονή.

Αντίθετα, η κατανάλωση φαγητού αργά το απόγευμα (μετά τις 4 μ.μ.) (late eating) έχει δειχθεί ότι σχετίζεται με αυξημένο αίσθημα πείνας και μπορεί να επιδεινώσει τον μεταγευματικό μεταβολισμό, τη λειτουργικότητα των παγκρεατικών β κυττάρων, που παράγουν ινσουλίνη, και τα επίπεδα της αρτηριακής μας πίεσης. Το κιρκάδιο σύστημα, ή αλλιώς το εσωτερικό βιολογικό μας ρολόι, μπορεί να εξηγήσει γιατί τα θετικά αποτελέσματα της ΣΠΧ εξαρτώνται κυρίως από τον χρόνο κατανάλωσης των γευμάτων (meal timing).

Στον άνθρωπο, η ευαισθησία στην ινσουλίνη, η λειτουργία των β κυττάρων του παγκρέατος και η μεταγευματική θερμογένεση (απελευθέρωση θερμότητας μετά το φαγητό) είναι όλα καλύτερα το πρωί σε σχέση με το απόγευμα ή το βράδυ, υποδεικνύοντας ότι ο μεταβολισμός του ανθρώπου είναι βέλτιστα ρυθμισμένος για να προσλαμβάνεται το φαγητό τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες. Υπάρχουν επίσης ισχυρές ενδείξεις ότι η απορρύθμιση των κιρκάδιων ρυθμών (circadian misalignment) που προκαλείται από μια κακή ώρα ύπνου ή λήψης τροφής μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη μεταβολική υγεία του ανθρώπου.

Πλεονεκτήματα

Έχει δειχθεί σε μελέτες μικρής κλίμακας και με βραχεία διάρκεια παρακολούθησης ότι η ΣΠΧ μπορεί να βελτιώσει έναν μεγάλο αριθμό παραγόντων καρδιομεταβολικού κινδύνου σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα με ή χωρίς μεταβολικές διαταραχές, ασκώντας μια θετική επίδραση στο σωματικό βάρος και λίπος, στα επίπεδα γλυκόζης αίματος, στην τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (που είναι αυξημένη στον διαβήτη), στα αθηρογόνα λιπίδια του αίματος, στα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, στην αντίσταση στην ινσουλίνη, στη φλεγμονή, στο οξειδωτικό στρες, στην ποιότητα ζωής και στην ποιότητα του ύπνου. Χαρακτηριστικές είναι οι μελέτες που έχουν διενεργηθεί σε ειδικούς πληθυσμούς ατόμων με κυλιόμενο ωράριο εργασίας (shift workers) όπως είναι οι πυροσβέστες, που έδειξαν ότι τα προγράμματα ΣΠΧ μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη και οδηγούν σε σημαντική βελτίωση πολλών δεικτών μεταβολικής και καρδιαγγειακής υγείας, ακόμη και αν το παράθυρο λήψης φαγητού είναι λίγο πιο διευρυμένο (π.χ. 10 ώρες).

Μειονεκτήματα

Το κοινό συμπέρασμα όλων των συστηματικών ανασκοπήσεων που έχουν μελετήσει συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα των διαιτών διαλειμματικής νηστείας στην απώλεια βάρους και στη βελτίωση καρδιομεταβολικών παραμέτρων σε παχύσαρκους ασθενείς με ή χωρίς διαβήτη είναι ότι οι δίαιτες αυτές δεν προσφέρουν μεγαλύτερα οφέλη ως προς το βάρος ή τις καρδιομεταβολικές εκβάσεις σε σχέση με την παραδοσιακή προσέγγιση της συνεχούς (καθημερινής) μείωσης της θερμιδικής πρόσληψης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει ενδεχομένως να προτείνονται ως εναλλακτική στρατηγική απώλειας βάρους σε εκείνα τα άτομα που δεν κατορθώνουν να επιτύχουν τους στόχους τους με τις κλασικές υποθερμιδικές δίαιτες.

Ειδικά για τη ΣΠΧ, συστηματικές ανασκοπήσεις αναφέρουν ότι για να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική απώλεια βάρους, δηλαδή άνω του 5%, θα πρέπει να είναι επιπλέον υποθερμιδική. Εντούτοις, αυτό δεν επιβεβαιώνεται σε όλες τις μελέτες. Μια τυχαιοποιημένη μελέτη που διεξήχθη σε κινεζικό πληθυσμό παχύσαρκων ατόμων και συνέκρινε άμεσα μια ολιγοθερμιδική παρέμβαση ΣΠΧ με λήψη φαγητού εντός 8 ωρών έναντι της κλασικής υποθερμιδικής δίαιτας έδειξε ότι η ΣΠΧ δεν παρείχε επιπρόσθετα οφέλη ως προς την απώλεια βάρους και τη βελτίωση καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου εντός 12 μηνών σε σχέση με την κλασική υποθερμιδική δίαιτα που δεν είχε χρονικούς περιορισμούς ως προς τη λήψη των γευμάτων. Παρά την όποια κριτική που έχει δεχθεί αυτή η μελέτη προσθέτει επιπλέον τεκμηρίωση στα υπάρχοντα δεδομένα περί απουσίας κλινικά σημαντικής υπεροχής της διαλειμματικής νηστείας και ειδικότερα της ΣΠΧ έναντι των κλασικών υποθερμιδικών διαιτών ως προς την απώλεια βάρους και τη βελτίωση του καρδιομεταβολικού κινδύνου.

Μια σημαντική παράμετρος που αμβλύνει μερικώς τον ενθουσιασμό για τη ΣΠΧ είναι η συμμόρφωση, δηλαδή η ικανότητα μακροχρόνιας τηρήσεως της δίαιτας αυτής. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους δίαιτες με καθημερινούς (συχνά ακραίους) χρονικούς περιορισμούς ως προς τη λήψη των γευμάτων δεν είναι εύκολο να τηρηθούν επί μακρόν από την πλειονότητα των ατόμων. Δυστυχώς, είναι ελάχιστα επί του παρόντος τα δεδομένα σχετικά με την επιτυχή εφαρμογή αυτών των διαιτών πέραν του έτους. Ο προβληματισμός και η σύγχυση επιτείνονται όταν μελετά κανείς μεμονωμένες βιβλιογραφικές αναφορές που κάνουν λόγο για θετικά αποτελέσματα εκλεκτικά στα νορμοβαρή και υπέρβαρα άτομα και όχι στα επισήμως παχύσαρκα, αλλά και για αυξημένη καρδιαγγειακή και συνολική θνητότητα στα άτομα που καταναλώνουν μόνο ένα γεύμα ημερησίως έναντι της κατανομής των ημερήσιων θερμίδων σε τρία γεύματα.

Συμπεράσματα

Η διαλειμματική νηστεία γενικώς και η ΣΠΧ ειδικώς οδηγούν σε παρόμοια απώλεια βάρους με την κλασική υποθερμιδική δίαιτα. Δεν είναι καλύτερες ή ανώτερες. Η αποτελεσματικότητά τους είναι μέγιστη μέχρι τις 12 εβδομάδες, αλλά φθίνει μετά. Η διαλειμματική νηστεία έχει συσχετιστεί με σημαντικά οφέλη σε πολλούς παράγοντες καρδιομεταβολικού κινδύνου σε αρκετές μελέτες, αλλά όχι σε όλες. Αν και η επιστημονική γνώση στο πεδίο αυτό εμπλουτίζεται συνεχώς, τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα αυτών των διαιτών παραμένουν ανεπαρκή (μικροί αριθμοί συμμετεχόντων κυρίως σε Αυστραλία και ΗΠΑ, μικρή διάρκεια παρακολούθησης), υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πρόσθετες κλινικές μελέτες μακράς διάρκειας (πέραν του έτους) που να συγκρίνουν διάφορα πρωτόκολλα διαλειμματικής νηστείας και προπαντός της ΣΠΧ σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, και ιδιαίτερα σε μεσογειακούς πληθυσμούς όπως ο ελληνικός. Η σύγκριση αυτών των διαιτών με συνολικά υγιεινά διατροφικά πρότυπα όπως είναι η μεσογειακή διατροφή είναι επίσης επιβεβλημένη.

Εν κατακλείδι, οι γράφοντες εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για τον ισχυρισμό περί του ότι αυτή η μοντέρνα δίαιτα είναι καλύτερη της κλασικής δίαιτας με τον συνήθη καταμερισμό των γευμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς πάντως να αποθαρρύνουν εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν να τις ακολουθούν μακροχρονίως.

*Η κυρία Χρυσή Κολιάκη είναι ειδική παθολόγος, διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, ακαδημαϊκή υπότροφος Α’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής και Διαβητολογικού Κέντρου, ΓΝΑ Λαϊκό.

*Ο κ. Νικόλαος Κατσιλάμπρος είναι ομότιμος καθηγητής Παθολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, MD, PhD, FACP, SCOPE Founding Fellow, European Federation Internal Medicine Hon Fellow, Diabetes Nutrition Study Group Hon Fellow.

Έντυπη έκδοση Το Βήμα

Τα σχόλια είναι κλειστά.