Κρίση υπερπροσφοράς στην αγορά ρίχνει στα «τάρταρα» τις τιμές παραγωγού, η παραγωγή της «βασίλισσας» Ισπανίας αναμένεται να ασκήσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση.
Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, μια πρωτοφανής κρίση υπερπροσφοράς σε συνδυασμό με την ανάδειξη παικτών, όπως η Τυνησία, έχουν οδηγήσει τις διεθνείς τιμές παραγωγού για το ελαιόλαδο σε κατακόρυφη πτώση, καθιστώντας την συγκομιδή σε πολλές περιπτώσεις ασύμφορη. Οι Ιταλοί ζητούν κονδύλια από την ΕΕ για τη στήριξη του κλάδου, αρκετοί Έλληνες παραγωγοί σκέφτονται να μην μαζέψουν τις ελιές τους μέχρι να ανέβουν οι τιμές παραγωγού και στην εξίσωση προστίθενται και τα νέα δεδομένα για τη «βασίλισσα» Ισπανία.
Το 2022 και το 2023, η παραγωγή ελαιολάδου στην Ισπανία είχε δεχθεί ισχυρό πλήγμα από δύο διαδοχικές περιόδους ξηρασίας, γεγονός που είχε προκαλέσει μεγάλη άνοδο των τιμών. Η εικόνα πλέον, έχει αρχίσει να αντιστρέφεται.
Κατά την ελαιοκομική περίοδο 2026-2027, η παραγωγή στην κορυφαία για τον κλάδο περιοχή, την Ανδαλουσία, προβλέπεται ότι θα αυξηθεί σχεδόν κατά ένα τρίτο. Η βελτίωση των προοπτικών παραγωγής έχει οδηγήσει τις τιμές παραγωγού για το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο στα περίπου 3,4 ευρώ ανά κιλό, από 4,2 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Οι τιμές βρίσκονται πλέον σε επίπεδα χαμηλότερα από το μισό των υψηλών που είχαν καταγραφεί στις σοδειές του 2023 και του 2024, όταν η παραγωγή είχε πληγεί από την ξηρασία.
Παρότι τα στοιχεία για το σύνολο της ισπανικής παραγωγής αναμένονται τις επόμενες ημέρες, η Ανδαλουσία, όπου παράγεται περίπου το 80% του ελαιολάδου της Ισπανίας, εκτιμάται ότι θα φθάσει φέτος τους 1,26 εκατ. τόνους.
Σύμφωνα με την πλατφόρμα ανάλυσης της αγοράς OliveTerm, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι τιμές του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου θα κινηθούν μεταξύ 3,6 και 3,9 ευρώ ανά κιλό έως το τέλος του έτους.
Και τα ισπανικά δεδομένα, μόνο αδιάφορα δεν είναι για την παγκόσμια αλλά και για την ελληνική αγορά, αφού η Ισπανία αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου, ενώ ακολουθούν η Ιταλία, Τυνησία, Τουρκία και Ελλάδα.
Δεδομένου ότι το ελαιόλαδο είναι διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν, οι εγχώριες τιμές του επηρεάζονται σημαντικά από τις εξελίξεις στη διεθνή αγορά. Επομένως, η ύπαρξη υπερπροσφοράς, από την Ισπανία, που παράγει και εξάγει τεράστιες ποσότητες, αναμένεται να ασκήσει πίεση στις διεθνείς τιμές παραγωγού.
Ελαιόλαδο: H… ασύμφορη συγκομιδή στην Ελλάδα και η πρόκληση της Τυνησίας
Ελαιοπαραγωγοί από την Κρήτη, αναφέρουν στο newmoney, ότι με τις σημερινές τιμές παραγωγού, η συγκομιδή είναι αυτή τη στιγμή ασύμφορη. «Δεν σκοπεύουμε να μαζέψουμε τις ελιές, τουλάχιστον μέχρι να ανέβουν οι τιμές», αναφέρουν χαρακτηριστικά. Στο κάδρο προστίθενται και άλλοι παράγοντες, όπως η δυσκολία να βρεθούν εργατικά χέρια και δε φθηνά, αλλά και το γεγονός, ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μεγάλο μέρος των καλλιεργειών, ειδικά στο Ρέθυμνο, «χτυπήθηκε» από τις φωτιές. Δυσαρέσκεια εκφράζεται και για το γεγονός, ότι όπως ακούγεται, μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και μαγαζιά, επιλέγουν φθηνό αφρικανικό ελαιόλαδο, αντί για ντόπιο.
Αντίστοιχες ιστορίες ακούστηκαν και στο πρόσφατο ετήσιο συνέδριο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, από παράγοντες και στελέχη της αγοράς, με βάση τις οποίες ελαιοπαραγωγοί από την Κρήτη και την Πελοπόννησο επιλέγουν να μην βιαστούν να συγκομίσουν, εάν η τιμή παραγωγού πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο. «Βεβαίως θα το πράξουν κάποια στιγμή, για να διατηρήσουν τη γη τους αποδοτική, ωστόσο οι συνθήκες είναι δύσκολες», σχολίασε χαρακτηριστικά επί της κατάστασης σε πάνελ ο αντιπρόεδρος του ΣΕΒΙΤΕΛ, Νίκος Ζαβάκος.
Η μεγαλύτερη βέβαια πρόκληση για την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τον κ. Ζαβάκο ακούει στο όνομα Τυνησία. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στο ελαιόλαδο που παράγει και κατέχει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο από το ελληνικό ελαιόλαδο στην Αμερική. Επομένως, είναι μία μεγάλη πρόκληση το πώς θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτές τις συνθήκες το ελληνικό ελαιόλαδο», σημείωσε.
Βεβαίως, η Τυνησία δεν πιέζει μόνο την ελληνική αγορά. Σύμφωνα με την εξειδικευμένη ισπανική σελίδα Olimerca, προκειμένου οι Τυνήσιοι operators να διασφαλίσουν τη θέση τους, ήδη προσφέρουν στην ισπανική αγορά παρτίδες νέου εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου για παράδοση τον Νοέμβριο στα 3.100 €/τόνο.
Μιλώντας πρόσφατα στην ΕΡΤ, ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιόλαδου, Μανώλης Γιαννούλης, τόνισε ότι αυτή την περίοδο η τιμή παραγωγού κυμαίνεται κοντά στα 4 ευρώ, ενώ η τιμή στο ράφι κινείται στα 8,5 ευρώ το λίτρο.
© ΟliveTerm – Τελευταία επικαιροποίηση στοιχείων 29 Σεπτεμβρίου
Να σημειωθεί κάπου εδώ, ότι η νέα ελαιοκομική περίοδος παραδοσιακά ξεκινά στα τέλη Οκτωβρίου και διαρκεί έως τον Φεβρουάριο. Ακόμα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Γιαννούλης, η κατανάλωση ελαιόλαδου στην Ελλάδα ανέρχεται περίπου σε 100.000 τόνους ετησίως.
Για τους Έλληνες παραγωγούς βέβαια, το βασικό στοίχημα της νέας σεζόν δεν θα αφορά μόνο την τιμή πώλησης, αλλά το εάν αυτή θα σταθεί ικανή να καλύψει το συνεχώς αυξανόμενο κόστος συγκομιδής και παραγωγής.
233.000 απούλητοι τόνοι στα ελαιοτριβεία της Ιταλίας
Αντίστοιχη κρίση υπερπροσφοράς και πτώσης τιμών παραγωγού βιώνει και η Ιταλία, με την γείτονα χώρα να καταθέτει αίτημα για ενεργοποίηση του Αγροτικού Αποθεματικού Κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση είναι τέτοια, που περίπου 233.000 τόνοι ελαιόλαδου παραμένουν απούλητοι στις δεξαμενές των ελαιοτριβείων.
Στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της ΕΕ, στις 28 Σεπτεμβρίου, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε ενεργοποίηση κονδυλίων από το Γεωργικό Αποθεματικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρηματοδότηση έκτακτων μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση σοβαρών διαταραχών της αγοράς και στην παροχή ταχείας υποστήριξης στους φορείς εκμετάλλευσης του ελαιοκομικού κλάδου.
Με βάση την επιστολή που κατατέθηκε στην Κομισιόν, τα αποθέματα ιταλικού ελαιολάδου τον Ιούλιο του 2026 ανήλθαν σε περίπου 233.000 τόνους, αυξημένα πάνω από 40%, σε σχέση με τους 162.000 τόνους που είχε τον Ιούλιο του 2025.
Ακόμα, τονίζεται ότι σε επίπεδο ΕΕ τα τελικά αποθέματα για την περίοδο 2025/2026 εκτιμώνται σε περίπου 420.000 τόνους, αυξημένα σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους. Αυτή η συσσώρευση αποθεμάτων αποτελεί ένδειξη της δυσκολίας της διεθνούς αγοράς να απορροφήσει την παραγωγή ελαιολάδου και συνιστά περαιτέρω πίεση στις τιμές παραγωγού.
ΠΗΓΗ: ΠΑΤΡΙΣ








