Παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή και του δικαιώματος σε αποτελεσματική προσφυγή σε υποθέσεις οικογενειακής επανένωσης αναγνωρισμένων προσφύγων στην Ελλάδα διαπίστωσε για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Με τρεις σημαντικές αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν χθες – υποθέσεις Dotani κατά Ελλάδας, Suji κατά Ελλάδας και T.N. κατά Ελλάδας – το Δικαστήριο εξέτασε την παρατεταμένη αδράνεια των ελληνικών αρχών να αποφανθούν επί αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης προσώπων που είχαν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, αλλά αδυνατούσαν αντικειμενικά να προσκομίσουν τα έγγραφα που απαιτεί η ελληνική νομοθεσία.
Και στις τρεις υποθέσεις, σύμφωνα με τις αποφάσεις, οι προσφεύγοντες είχαν υποβάλει αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης με τις συζύγους και τα ανήλικα τέκνα τους, ωστόσο οι ελληνικές αρχές δεν προχώρησαν εγκαίρως στη λήψη απόφασης, εμμένοντας στην προσκόμιση εγγράφων, τα οποία οι ενδιαφερόμενοι αδυνατούσαν αντικειμενικά να προσκομίσουν.
Μάλιστα, στην υπόθεση Dotani, ο προσφεύγων, αναγνωρισμένος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν, αδυνατούσε αντικειμενικά να εξασφαλίσει έγγραφα επικυρωμένα από το Προξενικό Γραφείο της Ελλάδας στο Ισλαμαμπάντ, καθώς το Προξενικό Γραφείο αρνούνταν να επικυρώσει έγγραφα εκδοθέντα από το κυβερνών καθεστώς. «Όσο περιμέναμε, συχνά ένιωθα να μου κόβεται η ανάσα. Με αυτή την απόφαση ένιωσα ότι βρήκα τη φωνή μου», δήλωσε ο ίδιος ο πρόσφυγας.
Αντίστοιχα, στην υπόθεση Suji, ο προσφεύγων αναγνωρισμένος πρόσφυγας, ανιθαγενής Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ, αδυνατούσε να προσκομίσει ταξιδιωτικά έγγραφα διότι τα μέλη της οικογένειάς του στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων λόγω της ανιθαγένειάς τους. «Νιώθω δικαίωση. Είμαι συγκινημένος και έκπληκτος από την απόφαση», είναι τα πρώτα λόγια του αναγνωρισμένου πρόσφυγα μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Αλλά και στην υπόθεση T.N., ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας από το Μπουρούντι, αδυνατούσε αντικειμενικά να προσκομίσει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα για τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς είναι αιτούντες άσυλο στη Νότια Αφρική. «Είμαι ευγνώμων και, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, αισιόδοξος. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα μπορέσω να ξαναδώ την οικογένειά μου».
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), το οποίο υποστήριξε νομικά όλες τις υποθέσεις τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές δεν εξασφάλισαν διαδικασία επαρκώς ευέλικτη, αποτελεσματική και ταχεία για την εξέταση των αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη οι αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι προσφεύγοντες στην απόδειξη των οικογενειακών τους δεσμών και στην έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Υπηρεσία Ασύλου, ως η μόνη αρμόδια αρχή, όφειλε να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.
Και στις τρεις υποθέσεις το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, καθώς και παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8, κρίνοντας ότι οι προσφεύγοντες δεν διέθεταν αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο βοήθημα για να αντιμετωπίσουν την παρατεταμένη διοικητική αδράνεια.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι αποφάσεις αυτές αναμένεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην πρακτική εξέτασης αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης στην Ελλάδα, ιδίως σε υποθέσεις αναγνωρισμένων προσφύγων που αδυνατούν αντικειμενικά να προσκομίσουν τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά έγγραφα.







