Βεντέτα στην Κρήτη: Ιστορία, αίμα και κοινωνικές ρίζες

Ημερομηνία:

Από τη Μινωική εποχή και την Ενετοκρατία μέχρι τα σύγχρονα φονικά – Πώς ξεκίνησε, πώς εξελίχθηκε και γιατί αρκετοί Κρητικοί συνεχίζουν τον άγραφο νόμο της εκδίκησης

Στην Κρήτη, η λέξη «βεντέτα» δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ένας άγραφος νόμος. Ένα σύστημα τιμής που μετατρέπεται σε μηχανισμό βίας, με διάρκεια που συχνά ξεπερνά τη ζωή εκείνων που τον ξεκίνησαν.

Η βεντέτα, από το ιταλικό vendetta (εκδίκηση) ή «ανταριά» στα κρητικά, είναι ουσιαστικά μια αλυσιδωτή συνεχής σύγκρουση μεταξύ οικογενειών (σογιών).

Ξεκινά από ένα γεγονός: μια προσβολή, μια διαφορά για ένα κτήμα, μια ζωοκλοπή ή έναν φόνο, και εξελίσσεται σε έναν κύκλο αίματος τις περισσότερες φορές χωρίς τέλος.

Η βεντέτα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο τοπικό πολιτισμικό σύστημα που διαμορφώθηκε επί αιώνες κατοχής: από το Βυζάντιο και τους Ενετούς έως την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και επιβίωσε ακριβώς ως ένας «αμυντικός μηχανισμός» αυτόνομων κοινοτήτων που δεν μπορούσαν να βασιστούν σε καμία εξωτερική εξουσία για την προστασία τους και την απόδοση δικαιοσύνης.

Το Κρητικό Πλαίσιο: Γεωγραφία, Ιστορία και Αυτονομία
Για να κατανοήσει κανείς γιατί η βεντέτα ρίζωσε τόσο βαθιά στην Κρήτη και όχι με την ίδια ένταση αλλού, πρέπει να ξεκινήσει από τη γεωγραφία. Η ορεινή και απομονωμένη ενδοχώρα του νησιού, ο Ψηλορείτης, τα Λευκά Όρη, το οροπέδιο Λασιθίου, δημιούργησε κοινότητες που για αιώνες δεν είχαν ούτε πρόσβαση σε κεντρική δικαιοσύνη ούτε εμπιστοσύνη σε αυτήν.

Όταν το κράτος είναι μακριά ή εχθρικό, η κοινότητα αναπτύσσει αναγκαστικά τους δικούς της μηχανισμούς τιμωρίας και τάξης, και αυτοί οι μηχανισμοί με τον καιρό θεσμοποιούνται, αποκτούν δηλαδή τη δική τους εσωτερική λογική και νομιμοποίηση.

Η ιστορία της αντίστασης και των επαναστάσεων επέτεινε αυτό το φαινόμενο. Αιώνες κατάκτησης δίδαξαν στον Κρητικό ότι η επιβίωση εξαρτάται από τις δικές του και μόνο δυνάμεις, από το σόι του, από την κοινότητά του. Ποτέ από κάποιον εξωτερικό προστάτη. Αυτό δεν είναι απλώς ιστορική παρατήρηση, είναι η γενεσιουργός αιτία μιας βαθιά ριζωμένης αυτονομίας ηθικής κρίσης.

Ο Κρητικός της παραδοσιακής κοινωνίας δεν αναγνωρίζει εξωτερική εξουσία ως ηθικά ανώτερη από τη δική του κρίση, αποφασίζει ο ίδιος, βάσει των κανόνων που έχει εσωτερικεύσει, τι είναι δίκαιο και τι απαιτεί επανόρθωση.

Πότε ξεκίνησε η βεντέτα στην Κρήτη
Η ακριβής «πρώτη» βεντέτα δεν έχει καταγραφεί ιστορικά. Υπάρχουν όμως τρία επίπεδα χρονολόγησης. Στην Μινωική εποχή, οι ερευνητές έχουν ανακαλύψει κάποιες μορφές πρωτογενούς εκδικητικής δικαιοσύνης, χωρίς όμως να έχουμε συγκεκριμένες αναφορές.

Οι πρώτες σαφείς καταγραφές για τις βεντέτες στην Κρήτη εμφανίζονται την περίοδο της Ενετοκρατίας (1211–1669).

Στα αρχεία των Ενετών καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών για: ιδιοκτησία γης, την τιμή των γυναικών, εμπορικές διαφορές, ζωοκλοπή, μία σοβαρή προσβολή ειδικότερα μπροστά σε άλλους.

Οι ενετικές αρχές προσπαθούσαν να περιορίσουν τις αιματηρές εκδικήσεις, επιβάλλοντας βαριές ποινές. Το πρόβλημα όμως ήταν βαθύτερο: το κράτος δεν είχε πραγματικό έλεγχο στις ορεινές περιοχές.

Μετά την άλωση του νησιού από την Οθωμανική αυτοκρατορία (1669–1898), η κατάσταση επιδεινώθηκε.
Η διοίκηση ήταν συχνά αυθαίρετη, η απονομή δικαιοσύνης άνιση και οι τοπικές κοινωνίες στράφηκαν ακόμη περισσότερο στην αυτοδικία.

Στα ορεινά χωριά των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη, η οικογένεια έγινε το βασικό «δικαστήριο». Εκεί γεννήθηκε η λογική: «Αν δεν αποδώσεις εσύ δικαιοσύνη, δεν θα την αποδώσει κανείς».

Επίσης δεν πρέπει να παραλείπεται το γεγονός, ότι τις βεντέτες δεν συνέχιζαν ορκίζοντας τους νεότερους ώστε να πάρουν εκδίκηση οι άνδρες των οικογενειών, αλλά οι γυναίκες, τόσο για τον λόγο ότι συνήθως αυτές έμεναν πίσω μετά από ένα φονικό, αλλά και για το ότι παραδοσιακά η Κρήτη είναι μητριαρχική και όχι πατριαρχική κοινωνία, όπου η γυναίκα στην πραγματικότητα κάνει το κουμάντο εντός του σπιτού, όσο και αν αυτό δεν φαίνεται.

Οι πιο γνωστές και αιματηρές βεντέτες
Σαρτζετάκηδες – Πενταράκηδες (Χανιά, 1910–1985)

Η βεντέτα μεταξύ των Σαρτζετάκηδων και των Πενταράκηδων (Σαρτζέτηδες, Πεντάρηδες) είναι η πιο αιματηρή βεντέτα που έχει υπάρξει ποτέ στο νησί με συνολικό απολογισμό 140 νεκρούς. Ξεκίνησε το 1910 και τελείωσε με μία πολιτική θεσμική τοποθέτηση το 1985. Την εκλογή του Εισαγγελέα Χρήστου Σαρτζετάκη στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Τότε, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Πεντάρης υπερψήφισε στη Βουλή τον Σαρτζετάκη, ο οποίος προερχόταν από τους Σαρτζετάκηδες της Κρήτης.

Το αποκορύφωμά της ξεκινά στις 28 Μαρτίου του 1948, όταν ο χωροφύλακας Λευτέρης Σαρτζετάκης λιποτακτεί για να εκτελέσει το «χρέος» του και δολοφονεί εν ψυχρώ τον μόλις 14 ετών Ανδρέα Πεντάρη, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για την δολοφονία του αδερφού του.

Τότε κυριάρχησε ο τρόμος. Ο ένας νεκρός διαδεχόταν τον άλλο με την κάθε οικογένεια να βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή.

Ο φαύλος κύκλος του αίματος καταφέρνει να κλείσει με τελευταίο δολοφόνο έναν μαθητή γυμνασίου, τον Βαγγέλη Πεντάρη.

Ο νεαρός σκοτώνει ένα διαπρεπές μέλος της οικογένειας Σαρτζετάκη, ως εκδίκηση για τον φόνο του αδερφού του Σταμάτη. Δικάζεται αλλά αθωώνεται, λόγω του νεαρού της ηλικίας του.

Βορίζα 1955 Φραγκιαδάκηδες – Βεϊσάκηδες
Η βεντέτα μεταξύ της οικογένειας Φραγκιαδάκη με την οικογένεια Βεϊσάκη ξεκινά στο χωριό Βορίζα στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη το καλοκαίρι του 1955.

Το κακό ξεκίνησε στη γιορτή του Αγίου Φανουρίου, μετά από το γλέντι που είχε στηθεί στο χωριό.
Πρώτο θύμα ήταν ο 38χρονος κτηνοτρόφος και δασοφύλακας Γιάννης Φραγκιαδάκης, τον οποίο σκότωσε με απανωτές μαχαιριές στην πλάτη ο καφετζής και χασάπης Μανούσος Εμμανουήλ Βεϊσάκης.

Τα αίτια της διαμάχης τους είναι θολά, όπως και ο νους τους εκείνο το βράδυ λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης ρακών και κρασιού. Ωστόσο, αργότερα σύμφωνα με το δικαστήριο η ένταση ανάμεσα στο δασοφύλακα και τον καφετζή ξεκίνησε από μια παράνομη υλοτόμηση του δημοσίου δάσους. Ο πρώτος φόνος πυροδότησε το μακελειό που ακολούθησε.

Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης βεντέτας ήταν να βρουν τραγικό θάνατο έξι άτομα και να τραυματιστούν άλλοι 14, οι περισσότεροι από τους οποίους ακρωτηριάστηκαν κι έμειναν ανάπηροι.

Σε αυτή τη βεντέτα, που η αιματηρή δράση της ολοκληρώθηκε σε μόλις δύο ώρες «οι δράστες χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα όπλα, όπως μαχαίρια, πιστόλια, αλλά και μια χειροβομβίδα, που διαμέλισε κάποια από τα θύματα.
Ένας συγγενής του Φραγκιαδάκη πήγε στο σπίτι της οικογένειας Βεϊσάκη, όπου είχαν μαζευτεί οι συγγενείς ενός εκ των θυμάτων της βεντέτας και «έκλαιγαν» τον νεκρό. Εκεί πέταξε μία χειροβομβίδα με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ατόμου και τον βαρύ τραυματισμό άλλων δεκατεσσάρων.

Η σφαγή των Σωμαράκηδων

Μία από τις πιο εμβληματικές κρητικές βεντέτες, στην οποία η αυτοδικία συνάντησε το πατριωτικό αίσθημα, ήταν εκείνη που έγινε στο Ηράκλειο τον Οκτώβριο του ’45.

Μετά την Κατοχή, συστάθηκε και συνεδρίαζε επί τρία χρόνια το Ειδικό Δικαστήριο με σκοπό να τιμωρηθούν όσοι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.

Τότε ξεκίνησε η δίκη πέντε μελών της οικογένειας Σωμαράκη, από το χωριό Σάρχος, που υπήρξαν συνεργάτες των γερμανών.

Αν και οι ποινές που επέβαλε το δικαστήριο στους κατηγορούμενους ήταν βαριές (ποινή θανάτου, ισόβια κάθειρξη κ.ά.) οι συγχωριανοί τους δεν αρκέστηκαν στα τυπικά και θέλησαν να αποδώσουν δικαιοσύνη με τον δικό τους τρόπο. Με δυνατές κλοτσιές έσπασαν την πόρτα του δωματίου όπου κρατούνταν οι δωσίλογοι, και με μαχαίρια κατέσφαξαν και τους πέντε Σωμαράκηδες.

Η εκδίκηση δεν τελειώνει εκεί: άνοιξαν τα εξωτερικά παράθυρα του δωματίου και πέταξαν στο δρόμο τα πτώματα των συνεργατών του εχθρού. Ένα φορτηγό του δήμου τα περισυνέλλεξε και τα έριξε σε ένα λάκκο χωρίς καμία θρησκευτική τελετή. «Έγινε μακελειό» λέει ο Δημήτρης Ξυριτάκης. Και προσθέτει: «Οι κατηγορούμενοι είχαν προκαλέσει το θάνατο σε περισσότερους από 30 συγχωριανούς τους».

Αντίστοιχη μορφή εκδίκησης την ίδια περίοδο ήταν και η σφαγή μέσα στο δικαστήριο Ηρακλείου του ταγματασφαλίτη Νίκου Μαγιάση από τον Ανωγειανό Γιώργη Βρέτζο «Τηγανίτη», την ιστορία του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

Γιώργης Βρέντζος: Ο θρυλικός βοσκός που σκότωσε τον δωσίλογο βασανιστή του αδελφού του μέσα στο δικαστήριο
Η βεντέτα Παπαδόσηφου – Βενιαράκη και η εκδίκηση μέσα στο δικαστήριο
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το Ρέθυμνο έγινε σκηνή μιας τραγωδίας που έμελλε να γραφτεί με αίμα και να μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της Κρήτης. Μια διαφωνία μεταξύ δύο νεαρών ανδρών, που ξεκίνησε από έναν ερωτικό ανταγωνισμό, μετατράπηκε σε μια από τις πιο γνωστές βεντέτες της νεότερης Ελλάδας.

Το καλοκαίρι του 1983, ο 27χρονος Μανώλης Παπαδόσηφος έπεσε νεκρός από τα πυρά του Γιάννη Βενιαράκη.

Ο δράστης συνελήφθη άμεσα και οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικαζόμενος σε ισόβια κάθειρξη. Όμως, η υπόθεση δεν έμελλε να τελειώσει εκεί.

Ο πατέρας του θύματος, Γιάννης Παπαδόσηφος, δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι η δικαιοσύνη είχε τιμωρήσει τον φονιά του γιού του. Το πένθος του μετατράπηκε σε εμμονή και η εμμονή σε εκδίκηση.

Πέντε χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1988, η υπόθεση επρόκειτο να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Πειραιά.

Ο Παπαδόσηφος, ντυμένος στα μαύρα, εισήλθε στην αίθουσα του δικαστηρίου με φαινομενική ηρεμία. Κάτω από τη μακριά γενειάδα του είχε κρύψει δεμένο με ένα κορδόνι στον λαιμό του, ένα πιστόλι Luger οικογενειακό κειμήλιο από τα χρόνια της κατοχής.

Όταν ο κατηγορούμενος πήρε τον λόγο, ο Παπαδόσηφος σηκώθηκε και, χωρίς δισταγμό, τον πυροβόλησε. Ο Βενιαράκης έπεσε νεκρός μέσα στην αίθουσα. Γύρισε και παραδόθηκε στους αστυνομικούς λέγοντας: « Εδά η ψυχή μου αγαλλίασε».

Η βεντέτα Δικωνυμάκη – Μουζουράκη που ερήμωσε ένα ολόκληρο χωριό
Πρόκειται για μια από τις πλέον αιματοβαμμένες βεντέτες, η οποία επεκτάθηκε πέραν της Κρήτης και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Η βεντέτα μεταξύ δύο οικογενειών και η εμπλοκή μιας τρίτης ξεκίνησε το 1994 και αποδίδεται σε προσωπικούς λόγους, αλλά και σε κτηματικές διαφορές.

Στις 23 Μαΐου 1994 βρέθηκε βιασμένη και στραγγαλισμένη στο χωριό Πάτημα Αποκορώνου Χανίων η Φωτούλα Μουζουράκη, 53 χρόνων. Για τη δολοφονία συνελήφθησαν οι Μιχάλης Δικονιμάκης και ακόμη ένα άτομο, οι οποίοι καταδικάστηκαν στις 6 Δεκεμβρίου 1997 σε ισόβια κάθειρξη.

Στις 16 Αυγούστου 1994 σε ορεινή περιοχή του Κουρνά Αποκορώνου έπεσε νεκρός ο 24χρονος Κώστας Μουζουράκης, γιος της Φωτούλας, και η δολοφονία αυτή αποδόθηκε στον Βαγγέλη Σελιανάκη με τον οποίο το θύμα φαίνεται να είχε κτηματικές διαφορές.

Λίγο καιρό αργότερα ο Βαγγέλης Σελιανάκης επιχείρησε να φύγει για τον Καναδά, αλλά συνελήφθη. Απέδρασε στις 20 Ιουλίου 1996 μαζί με άλλα άτομα από τις φυλακές Αλικαρνασσού και στην προσπάθειά του να διαφύγει πυροβόλησε αστυνομικούς.

Στις 10 Νοεμβρίου 1994 ο 26χρονος Γιάννης Μουζουράκης με άλλα δύο άτομα δολοφόνησε τον Μανώλη Δικονιμάκη, 54 χρόνων, του οποίου ο γιος είχε σκοτώσει τη Φωτούλα Μουζουράκη.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1994 άγνωστος παρέσυρε με το αυτοκίνητό του τον 28χρονο Σήφη Δικονιμάκη, αδελφό του δράστη της δολοφονίας της Φωτεινής Μουζουράκη. Το θύμα της επίθεσης είχε μαζί του καραμπίνα η οποία εκπυρσοκρότησε και τον σκότωσε.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1995 ο Βαγγέλης Σελιανάκης δολοφονήθηκε με κυνηγετική καραμπίνα σε ενέδρα που του έστησαν άγνωστοι στον επαρχιακό δρόμο Αργυρούπολης Ρεθύμνου Επισκοπής. Ηταν ανιψιός του Βαγγέλη Σελιανάκη που βρέθηκε νεκρός χθες στην Αρχοντική Ρεθύμνου.

Τελευταία δολοφονία της άγριας βεντέτας ήταν αυτή του Γιάννη Μουζουράκη (είχε δολοφονήσει τον Μ. Δικονιμάκη) στις 5 Ιανουαρίου 1999, ο οποίος δέχτηκε ριπή από σφαίρες ενώ περπατούσε στην οδό Τζωρτζ Κέννεντυ στο Περιστέρι.

Η δολοφονία αυτή αποδόθηκε στον δραπέτη Βαγγέλη Σελιανάκη. Σύμφωνα με αστυνομικούς, ο δράστης πυροβόλησε με Kαλάσνικοφ από απόσταση 40 μέτρων και έριξε περίπου 20 σφαίρες.

Τελευταίο θύμα ήταν ο Βαγγέλης Σελιανάκης, στις 4 Ιανουαρίου 2011.

Ήταν ο πρωταγωνιστής της βεντέτας που μέτρησε έξι θύματα σε μόλις πέντε χρόνια. Ο 53χρονος Βαγγέλης Σελιανάκης, βρέθηκε νεκρός από αστυνομικούς στο χωριό Αρχοντική Ρεθύμνου. Ο Σελιανάκης είχε κατηγορηθεί για ακόμη πέντε απόπειρες ανθρωποκτονίας κυρίως σε νυχτερινά κέντρα σε Αθήνα και Κρήτη, αλλά και για πυροβολισμούς εναντίον αστυνομικών.

Άλλες γνωστές βεντέτες είναι των: Δαμιανός Παρασύρης (1969): Μαχαίρωσε στο δικαστήριο το φονιά του αδελφού του, 24 χρόνια μετά.

Οικογένειες Κουκουλά – Μποτανάκη (1987, Κίσαμος Χανίων). Αιτία της βεντέτας οι διαφορές για πρόβατα. Απολογισμός τρεις νεκροί και τρεις τραυματίες.

Χαρίδημος Ι. Στριλιγκάς – Χαρίδημος Εμμ. Στριλιγκάς (1987), Λιβάδια Μυλοποτάμου: Αντίποινα σε φονικό που κατέληξε με 4 νεκρούς.

Και φτάνουμε στο σήμερα όπου και πάλι στα Βορίζια τον Νοέμβρη του 2025 έχουμε τη βεντέτα μεταξύ των Φραγκιαδάκηδων και Καργάκηδων με δύο νεκρούς και αρκετούς τραυματίες.

Ειδησεογραφικά η τελευταία βεντέτα που σημειώθηκε στην Κρήτη είναι αυτή του 54χρονου Κώστα Παρασύρη που σκότωσε τη Τρίτη 5/4 στο Ηράκλειο τον 21 ετών Νικήτα Γεμιστό, καθώς τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του γιου του.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τη βεντέτα – Η Τιμή ως Κοινωνικό Κεφάλαιο
Κεντρικός μηχανισμός ολόκληρου αυτού του συστήματος είναι η τιμή, και εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η λέξη στο κρητικό πλαίσιο δεν σημαίνει αυτό που σημαίνει σε μια αστική κοινωνία.

Δεν πρόκειται για ιδιωτικό συναίσθημα ή προσωπική αξιοπρέπεια,είναι κοινωνικό κεφάλαιο, ορατό, μετρήσιμο από την κοινότητα, και κυρίως συλλογικό, αφού αφορά ολόκληρο το σόι και όχι μόνο το άτομο.

Η τιμή στην παραδοσιακή κρητική κοινωνία περιλαμβάνει πολλαπλές διαστάσεις που συνυφαίνονται αδιάλυτα. Ο ανδρισμός η ικανότητα να υπερασπίζεσαι τους δικούς σου είναι μία από αυτές, αλλά εξίσου σημαντική είναι η αξιοπιστία του λόγου: ο άντρας που δεν κρατά τη δοσμένη του λέξη χάνει κοινωνική υπόσταση με τρόπο που δύσκολα ανακτάται.

Παράλληλα, η τιμή της γυναίκας, συγκεκριμένα της μητέρας, της συζύγου, της κόρης, εκλαμβάνεται ως τιμή ολόκληρου του σογιού. Και τέλος, η γη: σε μια οικονομία ποιμενική και γεωργική, η κατοχή γης δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα αλλά ζήτημα ταυτότητας και κοινωνικής θέσης.

Αυτό που καθιστά το σύστημα αυτό τόσο ισχυρό και τόσο επικίνδυνο, είναι ότι η παραβίαση της τιμής δεν επιδέχεται αδιαφορία. Όταν κάποιος προσβάλει την τιμή ενός σογιού, η αδράνεια του θύματος ερμηνεύεται ως δεύτερη ντροπή, ίσως βαρύτερη από την πρώτη.

Ο κοινωνιολόγος Max Weber θα την έβλεπε ως έκφραση ουσιαστικής ορθολογικότητας σε αντίθεση με την τυπική ορθολογικότητα του κράτους: οι πράξεις αξιολογούνται βάσει εσωτερικών αξιών (τιμή, σόι), όχι αφηρημένων κανόνων: δεν τιμωρεί κάποιον εσωτερικός ηθικός κριτής, αλλά το βλέμμα της κοινότητας, η δημόσια γνώμη, η σιωπηλή ή φωναχτή καταδίκη του περιβάλλοντος.

Τα Στάδια Εισόδου στη Βεντέτα
Η είσοδος ενός ανθρώπου στη λογική της βεντέτας δεν είναι στιγμιαία ούτε παρορμητική, είναι μια σταδιακή κοινωνική διαδικασία που υπακούει στη δική της εσωτερική λογική.

Το πρώτο στάδιο είναι η προσβολή: ένα γεγονός που παραβιάζει τη συμβολική ή υλική τάξη του σογιού. Αυτό δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη φόνο μπορεί να είναι κλοπή ζώων, ατιμωτική πράξη, αθέτηση υπόσχεσης για αρραβώνα, εμπρησμός, παράνομη κατάληψη γης. Αυτό που μετράει δεν είναι η αντικειμενική σοβαρότητα του γεγονότος αλλά η συμβολική του βαρύτητα μέσα στο σύστημα αξιών της κοινότητας.

Αμέσως μετά ενεργοποιείται το δεύτερο στάδιο: η κοινωνική ανάγνωση. Η κοινότητα παρακολουθεί, κρίνει, σχολιάζει. Ο άντρας που δεν αντιδρά γίνεται αντικείμενο σιωπηλής ή ρητής καταδίκης: «άντρας χωρίς παλικαριά».

Κουβέντα που στο κρητικό πλαίσιο ισοδυναμεί με «κοινωνικό θάνατο».

Αυτή η εξωτερική πίεση δεν παραμένει εξωτερική για πολύ, εσωτερικεύεται ως ντροπή, και από εκείνο το σημείο ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι πιέζεται από άλλους, αλλά ότι υπακούει στη δική του συνείδηση.

Στο τρίτο στάδιο συχνά ακολουθεί μια απόπειρα μεσολάβησης μέσω σεβαστών μελών της κοινότητας, ο λεγόμενος «σασμός» που έγινε γνωστός σε όλη τη χώρα μέσω της γνωστής τηλεοπτικής σειράς.

Η κρητική κοινωνία δεν οδηγείται στη βεντέτα χωρίς αυτό το φίλτρο, αντίθετα, η βεντέτα είναι συνήθως η έκβαση που προκύπτει όταν η μεσολάβηση αποτυγχάνει, είτε γιατί η ζημία κρίνεται ανεπανόρθωτη είτε γιατί κάποιο από τα δύο σόγια αρνείται να κάνει το παραμικρό βήμα υποχώρησης.

Ακολουθεί η πράξη εκδίκησης, και εδώ αποκαλύπτεται κάτι κρίσιμο για την κατανόηση του φαινομένου: η εκδίκηση δεν είναι συνήθως αυθόρμητη.

Το σόι συζητά, αποφασίζει, ορίζει τον «εκτελεστή», συχνά ένα νεότερο μέλος. Η βεντέτα έχει δηλαδή θεσμική λογική, ακολουθεί μια συλλογική διαδικασία απόφασης που δεν απέχει πολύ, δομικά, από αυτό που θα αποκαλούσαμε «απονομή δικαιοσύνης» σε ένα άλλο πλαίσιο.

Και τέλος έρχεται η αλυσιδωτή αντίδραση: το άλλο σόι αισθάνεται τώρα την υποχρέωση αντεκδίκησης, και ο αρχικός λόγος της σύγκρουσης σταδιακά ξεχνιέται, ενώ η βεντέτα γίνεται αυτοτροφοδοτούμενη, μια ατέρμονη εναλλαγή χρέους και πληρωμής που μπορεί να διαρκέσει γενιές.

Η Βεντέτα ως Παράλληλο Νομικό Σύστημα
Αυτό που καθιστά τη βεντέτα κοινωνιολογικά ιδιαίτερα σημαντική δεν είναι η βία της, είναι η δομή της. Η βεντέτα δεν αποτελεί ανομία, δηλαδή απουσία κανόνων, αλλά εναλλακτική νομιμότητα που διαθέτει τη δική της λογική δικαστή, τη δική της ποινή, τη δική της νομιμοποίηση και τον δικό της μηχανισμό εκτέλεσης. Ο κοινωνιολόγος Max Weber θα την αναγνώριζε ως έκφραση ουσιαστικής ορθολογικότητας σε αντίθεση με την τυπική ορθολογικότητα του κράτους: οι πράξεις αξιολογούνται βάσει εσωτερικών αξιών τιμή, σόι, παράδοση και όχι βάσει αφηρημένων νομικών κανόνων.

Στο επίσημο δίκαιο, δικαστής είναι το κράτος, η ποινή είναι η φυλάκιση, η νομιμοποίηση απορρέει από τον νόμο και η εκτέλεση ανήκει στον κρατικό μηχανισμό.

Στη βεντέτα, δικαστής είναι η κοινωνική γνώμη και το σόι, η «ποινή» είναι τα αντίποινα, η νομιμοποίηση απορρέει από την τιμή και η εκτέλεση ανήκει στην οικογένεια.

Το «αρχείο» δεν τηρείται σε δικαστικές αποφάσεις αλλά στη ζωντανή προφορική μνήμη των σογιών, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά με ακρίβεια που συχνά ξεπερνά τη γραφειοκρατική καταγραφή.

Ο Ρόλος του Σογιού: Η Διάλυση του Ατόμου στο Συλλογικό
Ίσως το πιο δυσνόητο στοιχείο για έναν σύγχρονο αστό παρατηρητή είναι ο βαθμός στον οποίο στην παραδοσιακή κρητική κοινωνία το άτομο δεν υπάρχει ως αυτόνομη οντότητα έξω από το σόι.

Η ταυτότητα είναι ριζωμένη στη συλλογική τιμή με τρόπο που καθιστά αδύνατο τον διαχωρισμό μεταξύ ατομικής και οικογενειακής τιμής.

Η ντροπή ενός μέλους είναι ντροπή όλων, και η υποχρέωση εκδίκησης είναι κληρονομική, μπορεί να περαστεί αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά, επιβαρύνοντας ανθρώπους που δεν έχουν καμία προσωπική σχέση με την αρχική προσβολή.

Αυτό εξηγεί ένα από τα πιο τραγικά χαρακτηριστικά του φαινομένου: νέοι άνθρωποι που προσωπικά δεν είχαν κανένα λόγο έχθρας, που δεν είχαν ζήσει την αρχική σύγκρουση, βρέθηκαν να σκοτώνουν ή να σκοτώνονται ως φορείς μιας συλλογικής υποχρέωσης που δεν επέλεξαν.

Και η άρνηση συμμετοχής δεν ήταν ατιμώρητη επιλογή, μπορούσε να σημαίνει εξορία από το σόι, κοινωνική απομόνωση, απώλεια κάθε δικτύου προστασίας σε μια κοινωνία όπου αυτά τα δίκτυα ήταν κυριολεκτικά ζήτημα επιβίωσης.

Η Παρακμή και τα Σύγχρονα Υπολείμματα
Η βεντέτα στην κλασική της μορφή έχει υποχωρήσει δραματικά κατά τον 20ό αιώνα, και η υποχώρησή της ακολουθεί με ακρίβεια τις κοινωνιολογικές μεταβολές που αναμένει κανείς.

Η ενίσχυση της κρατικής παρουσίας και της αστυνόμευσης έφερε μαζί της μια εναλλακτική, έστω και αμφιλεγόμενη δικαιοσύνη. Η αστυφιλία αποκόπτει το άτομο από τη δεσμευτικότητα του σογιού, ενώ η εκπαίδευση και η έκθεση σε αστικές αξίες αλλάζουν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι άνθρωποι ορίζουν την τιμή και τον εαυτό τους. Η οικονομική ανάπτυξη, τέλος, μειώνει την εξάρτηση από κοινοτικά δίκτυα και μαζί με αυτήν την εξάρτηση, μειώνεται και η κοινωνική πίεση που τροφοδοτούσε τον θεσμό.

Ωστόσο, υπολείμματα της λογικής της τιμής παραμένουν ορατά σε μεμονωμένα περιστατικά ακόμα και στον 21ο αιώνα, κυρίως σε αγροτικές και ορεινές περιοχές. Δεν πρόκειται πλέον για οργανωμένο θεσμό αλλά για ατομικές πράξεις που εξακολουθούν να κινητοποιούνται από την ίδια βασική λογική: η αδικία χωρίς επανόρθωση είναι ντροπή, και η ντροπή απαιτεί απάντηση.

Ο εγκλωβισμός μέσα σε μία παράδοση αίματος
Ο άνθρωπος που φτάνει στη βεντέτα δεν είναι απλώς ένας βίαιος άνθρωπος που χάνει τον έλεγχό του. Είναι ένα κοινωνικό υποκείμενο που έχει εσωτερικεύσει ένα σύστημα αξιών στο οποίο η τιμή λειτουργεί υπαρξιακά, χωρίς αυτήν, δεν υπάρχει κοινωνική ύπαρξη.

Βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσβολή που δεν μπορεί να αγνοηθεί χωρίς κοινωνικό θάνατο, μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο όπου η επίσημη δικαιοσύνη είτε απουσιάζει είτε δεν θεωρείται ηθικά επαρκής. Φέρει ταυτόχρονα το βάρος μιας συλλογικής υποχρέωσης που δεν επέλεξε ο ίδιος.

Η βεντέτα, με άλλα λόγια, δεν αποτελεί απόκλιση από έναν πολιτισμό, είναι η λογική κορύφωση ενός ολόκληρου συστήματος αξιών, γεωγραφίας, ιστορίας και κοινωνικής οργάνωσης.

Ενός συστήματος που για αιώνες έκανε τον Κρητικό να επιβιώνει απομονωμένος, στα βουνά, απέναντι σε κάθε κατακτητή και που η ίδια του η αποτελεσματικότητα το κατέστησε τελικά τόσο δύσκολο να ξεριζωθεί.https://www.zougla.gr/author/azivas1/

Προηγούμενο Άρθρο
placeholder text
Επόμενο Άρθρο
placeholder text

Νέες μεταναστευτικές ροές νότια της Κρήτης: 268...

Συνεχίζονται οι μεταναστευτικές ροές προς την Κρήτη, με νέα...

Απάντηση της Διοίκησης του Γενικού Νοσοκομείου Αγίου...

> Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα σχετικά με τη λειτουργία...

Νέες μεταναστευτικές ροές νότια της Κρήτης: 268...

Συνεχίζονται οι μεταναστευτικές ροές προς την Κρήτη, με νέα...

Απάντηση της Διοίκησης του Γενικού Νοσοκομείου Αγίου...

> Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα σχετικά με τη λειτουργία...
politika-kritis-ad
politika-kritis-ad

Share post:

Subscribe

spot_imgspot_img

Popular

More like this
Related