Σαν σήμερα, στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη έπεφτε στα χέρια των Οθωμανών. Η Άλωση της Πόλης σήμανε το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επηρεάζοντας την παγκόσμια ιστορία. Ωστόσο, για τον Ελληνισμό ήταν κάτι βαθύτερο από ένα ιστορικό ορόσημο. Άφησε ανοιχτή πληγή στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων και μετατράπηκε σε εθνικό θρήνο.
«Ποτέ να μην αρχίζης μια δουλειά Τριτιάτικα», έγραφε στο «ΒΗΜΑ» στις 29 Μαΐου 1953 ο βρετανός βυζαντινολόγος Στίβεν Ράνσιμαν σε αφιέρωμα για τα πεντακόσια χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης:
«Η Τρίτη είναι δια τους Έλληνας η πιο “γρουσούζικη” ημέρα της εβδομάδος. Μεταξύ των κατοίκων των πόλεων, ολίγοι είναι εκείνοι που είναι εις θέσιν να σας εξηγήσουν την πραγματικήν αιτίαν της προλήψεως αυτής – όμως οι χωρικοί της Ελλάδος που διαθέτουν καλύτερην μνήμην, γνωρίζουν όλοι ότι ήταν Τρίτη η 29η Μαΐου 1453, η ημέρα κατά την οποίαν η Πόλις έπεσε εις χείρας των Τούρκων».
Για τον Ράνσιμαν, η πρόληψη αυτή φανέρωνε «πόσον βαθειά είναι τα ίχνη που άφησεν επί της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων η απώλεια της Βασιλευούσης».
Μια ανορθόγραφη αφήγηση της Άλωσης
Στο ίδιο φύλλο, η εφημερίδα δημοσίευε μια διαφορετική, πιο άμεση μαρτυρία. Μια λαϊκή περιγραφή της Άλωσης, βασισμένη σε ελληνικό χειρόγραφο του 16ου αιώνα που σωζόταν στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
Το χειρόγραφο ήταν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, «ακέφαλον και κολοβόν», αλλά παρουσίαζε, κατά το δημοσίευμα, μεγάλη φιλολογική και ιστορική σημασία. Εκείνο που το έκανε να ξεχωρίζει ήταν «η απλότης του ύφους», «η ζωηρότης της αφηγήσεως» και το γλωσσικό του ιδίωμα, χαρακτηριστικό της ομιλούμενης γλώσσας της εποχής:
«Το εν λόγω χειρόγραφον αντέγραψε ο κ. Γεώργιος Θ. Ζώρας. Έμεινε πιστός εις το κείμενον, διώρθωσε δε μόνον τα πολυάριθμα ορθογραφικά λάθη».
Ο Μωάμεθ στρέφεται προς την Πόλη
Η αφήγηση αρχίζει με τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄. Ο ανώνυμος συγγραφέας περιγράφει πώς, ενώ αρχικά διέδιδε ότι θα στραφεί εναντίον της Ουγγαρίας, τελικά κινήθηκε προς την Κωνσταντινούπολη:
“Ωσαν εκάθησε ο Σουλτάν Μεχεμέτης – Μωάμεθ ο Β΄- εις την βασιλεία εις την Αδριανούπολι είχε αγάπη με την Ουγγαρία, με τους Βουλγάρους και με όλους τους αφεντάδες των Χριστιανών και με τους Ρωμαίους και με τους Βενετζάνους. Και περάσοντας ολίγους χρόνους εμάζωξε τετρακόσες χιλιάδες φουσσάτα, (παραφθορά του αραβικού “νοφούς”: ψυχές), απεζούς και καβελλάρους και έβγαλε λόγους πως θέλει να πάγη καταπάνω της Ουγγαρίας.
»Αμμή ωσάν εβγήκε έξω από την Αδριανούπολι εξάφνου εδιάβη καταπάνω εις την δυστυχισμένη βασιλείαν των Ρωμαίων, εις την Κωνσταντινούπολι, όπου ήτονε βασιλέας της Κωνσταντινουπόλεως ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, και τον επαρομοιάζανε Δράκο, ότι ήτονε δυνατός, ανδρειωμένος».
Η πολιορκία και η αντίσταση
Η πολιορκία άρχισε με την περικύκλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο ανώνυμος συγγραφέας περιγράφει την κίνηση των οθωμανικών στρατευμάτων γύρω από τα τείχη και την αντίσταση των υπερασπιστών της Πόλης:
«Και πηγαίνοντας ο Σουλτάν Μεχεμέτης εις την Κωνσταντινούπολι εδιαγούμιζε και εσκλάβωνε τους χριστιανούς οπού ήτανε έξω από τα χωρία της Πόλης. Και ωσάν έσωσε εις την Πόλι έβαλε τα φουσσάτα και επερικυκλώσανε το γύρω όλην την Πόλι, τα φουσσάτα όλα της Ανατολής και της Δύσης και αρχίσανε και επολεμούσανε ημέρα και νύκτα με πάσα λογής άρματα.
»Και οι Ρωμαίοι από μέσα επολεμούσανε και αντιστέκανε και ερρίχνανε επάνω εις το πλήθος των Τούρκων φωτιές αρτιφιτζιάλους με μπαρούτι και τειάφι, τα οποία ερρίχνασι επάνω από τα τειχία. Και οι Τούρκοι απ’ έξω εκάμνασι κάποιους πύργους ξύλινους και τους εντύνασι με πετζία, δια να μην τους εμάθη η φωτία, και τις εγεμίζανε χώμα και τις εσύρανε κοντά εις τον τείχο στα χαντάκια δια να γεμίζουνε, να εμπούνε μέσα. Και εκάμανε και πλέχτες με τα κλαδία και κοφίνες μεγάλες και άλλα πράγματα πολλών λογιών δια να τα γεμίσουνε, να ανεβούνε, να εμπούνε μέσα».
«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» 28.5.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το χειρόγραφο αναφέρεται και στο μεγάλο οθωμανικό πυροβόλο, τη «μεγάλη λουμπάρδα», που τοποθετήθηκε κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Εκεί όπου τα τείχη άρχισαν να υποχωρούν, οι Οθωμανοί έβλεπαν να ανοίγεται ο δρόμος προς την πόλη:
«Και το περισσότερο, οπού ωρισε ο Σουλτάν Μεχεμέτης και εκάμανε μία μεγάλη λουμπάρδα, οπού ήτονε το βόλι της ένδεκα πιθαμές το γύρο και έδερνε εις τον πύργο λεγόμενο Βατανίνεο, κοντά εις την πόρτα του Αγίου Ρωμανού. Και τόσο έδερνε τον τείχο ότι έπεφτε και εγέμιζε το χαντάκι και ίσασε ίσια με τη γη και εκάμασι στράτα δρόμου δια να εμπούσι μέσα οι Τούρκοι. Και εμπαίνασι εάν δεν ήθελον προϊδεί οι Ρωμαίοι από μέσα, οπού εκτίσανε άλλον τείχο από μέσα».
Το πέρασμα στον Κεράτιο
Στη συνέχεια, ο ανώνυμος συγγραφέας περνά στο κρίσιμο επεισόδιο του Κεράτιου. Το χειρόγραφο αναφέρεται στην αλυσίδα που έκλεινε την είσοδο του Κεράτιου κόλπου, αλλά και στο πέρασμα των τουρκικών πλοίων από τον Κάτω Βόσπορο μέσα στο λιμάνι:
«Και ωσάν οι Ρωμαίοι και ο βασιλέας είδανε πως εμπήκε η αρμάδα του Τούρκου μέσα εις το λιμιώνα εφοβήθησαν πολύ και εβάλανε εις το νου τους να κάμουνε τρόπον να την χαλάσουνε με φωτίες ή με πέτρες ή με άλλα τίβοτες».
Η προσπάθεια των πολιορκημένων να πλήξουν τα οθωμανικά πλοία στον Κεράτιο είχε αιματηρή συνέχεια. Το χειρόγραφο περιγράφει ένα επεισόδιο ωμής βίας και αντιποίνων, αποτυπώνοντας τη σκληρότητα που είχε πλέον αποκτήσει η πολιορκία:
«Και εδιάβησαν, γράφει, πολλοί χριστιανοί και εχαλνούσανε τα πλεούμενα των Τούρκων και επιάσανε οι Τούρκοι πολλούς χριστιανούς και τους εθανάτωσαν ομπρός εις τα μάτια των χριστιανών εις τα τειχία και τους εκόψανε. Και ως τα είδανε αυτά οι Πολίτες, είχανε κάμποσους Τούρκους πιασμένους και τις επηρανε έμπροσθεν εις τούς Τούρκους και τους εχόψανε όλους, τάχα δια εξεδίκησι».
Η αφήγηση δεν περιορίζεται στην στρατιωτική πλευρά. Μεταφέρει και εικόνες από τη ζωή μέσα στην πολιορκημένη Πόλη. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος παρουσιάζεται ως ηγεμόνας που προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα με ελάχιστα μέσα. Στο χειρόγραφο, ο ανώνυμος συγγραφέας θυμάται πως ο αυτοκράτορας παρακαλούσε τους φιλάργυρους «με δάκρυα στα μάτια» να του δανείσουν χρήματα για να συγκεντρώσει πολεμιστές, αλλά εκείνοι «δεν έδιδον».
Ο ίδιος ο βασιλιάς, σύμφωνα με την αφήγηση, μεριμνούσε και για τον λαό:
«Ο Βασιλεύς εμάζωνε το ψωμί και το εμέραζε εις όλην την χώρα εις τις φαμελίες […] δεν ήξευρε τι να κάμη, διότι του ελείπανε δύο αναγκαία πράγματα: καιρός και φλωρία».
Η νύχτα πριν από την τελική επίθεση
Ύστερα από 52 ημέρες πολιορκίας, η αφήγηση φτάνει στη δραματική νύχτα της 28ης προς την 29η Μαΐου. Από την πλευρά των Οθωμανών, ο σουλτάνος υπόσχεται στους στρατιώτες του την πόλη για τρεις ημέρες λεηλασίας, αν την καταλάβουν. Από την πλευρά των πολιορκημένων, η τελευταία ελπίδα εκφραζόταν με προσευχή, λιτανεία και εξομολόγηση.
«Αλαλαγμός ’ς το μέρος των Αγαρινών. Ο Σουλτάνος έταξε εις τα φουσσάτα του ότι αν επάρουνε την Πόλη να είναι τρεις ημέρες χάρισμά τους ο διαγουμάς είτι και αν πάρουσι. Και τα έκαμε όρκον εις τον Θεό και εις τους τέσσαρες χιλιάδες προφήτες και μα την ψυχά του πατρός του και εις τα παιδία του και εις το σπαθί οπού ζώνεται, ότι όσα πάρουν άνδρες, γυναίκες, παιδία, ρούχα, εις τις τρείς ημέρες να είναι ιδικά του.
»Και οι Ρωμαίοι εθαυμάζαν αυτά και επαρακαλούσανε το Θεό μετά δακρύων και αναστενάζανε κάμνοντας λιτανείες επάνω εις τα τειχία και μέσα από την χώρα με τις αγίες εικόνες, με μεγάλην ευλάβειαν, ξυπόλυτοι και ακολουθούσανε πολύς λαός, άνδρες, γυναίκες, παιδία, μικροί, μεγάλοι. Και εξομολογούντησαν τας αμαρτίας αυτών και επαρακαλούσανε τον Κύριον εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας».
Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, εξωτερική τοιχογραφία της Μονής Μολδοβίτσα στη Μπουκοβίνα της Ρουμανίας, 16ος αιώνας.
«Ωσάν μια θάλασσα φουσκωμένη»
Ακολούθησε η τελευταία ομιλία του αυτοκράτορα προς τους άρχοντες, τους καπεταναίους και τους άνδρες του πολέμου.
Από τα μεσάνυχτα ξεκίνησε η αιματηρή μάχη. Οι υπερασπιστές της Πόλης, σύμφωνα με το χειρόγραφο, κράτησαν μέχρι το πρωί:
«Και οι Ρωμαίοι αντιστέκανε ανδρειωμένα εις τους Τούρκους, έως οπού εξημέρωσε και εβγήκε ο ήλιος».
Ύστερα ήρθε η ρήξη. Ο ανώνυμος συγγραφέας δίνει τότε την εικόνα που έκανε το ίδιο το δημοσίευμα του 1953 να τη χρησιμοποιήσει ως τίτλο:
«Οι Τούρκοι ανέβησαν εις έναν από τους πύργους και εσέβαιναν μέσα ωσάν μια θάλασσα φουσκωμένη από πολύν αέρα, ωσάν το μελίσσι το αμέτρητο, με μεγάλην χαράν».
«Η Πόλις Εάλω»
Η Άλωση, όμως, δεν έμεινε μόνο στα χρονικά και στις ιστορικές αφηγήσεις. Πέρασε στη μνήμη, στους θρήνους, στα τραγούδια και στον θρύλο. Αυτό ακριβώς υπογράμμιζε, χρόνια αργότερα, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 28ης Μαΐου 1966, χαρακτηρίζοντας την Άλωση «το μεγάλο παραμύθι του Ελληνισμού».
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος παρουσιάζεται ως ο «μαρμαρωμένος Βασιλιάς», η μορφή που «πήρε τις διαστάσεις του μύθου» και έγινε «η συνισταμένη των πόθων ενός σκλαβωμένου λαού».
Το δημοσίευμα παραθέτει τους στίχους του Ροδίτη Εμμανουήλ Γεωργιλά όπου συμπυκνώνει το μέγεθος της απώλειας:
«Νάχεν αστράψει ο ουρανός, νάχε καγή η ώρα,
Ηλιος, Σελήνη μηδαμού να μ ̓ είχαν ανατείλει.
Και τέτοια ‘μέρα μελανή να μ’ είχε ξημερώσει.
Εις του Μαΐου του μηνός στας είκοσι εννέα,
Τρίτην ημέραν δολερήν, που αυθέντευεν ο Άρης,
Οι φούσταις της Ανατολής επήρασι την Πόλιν,
Οι Τούρκοι σκύλοι ασεβείς. Ω συμφορά μεγάλη
[…]
Η Πόλις ήτον το σπαθί, η Πόλις το κοντάρι,
Η Πόλις ήτον το κλειδί της Ρωμανίας όλης.
Κ’ εκλείδωνε κ ̓ εσφάλιζεν όλην την Ρωμανίαν,
Κι’ όλον το Αρχιπέλαγος εσφικτοκλείδωνεν το».








