Ελένη Βουγιούκαλου: “Άμισθοι πολιτικοί;” [Άποψη]

Ελένη Βουγιούκαλου: “Άμισθοι πολιτικοί;” [Άποψη] . Στα λεξικά, «επάγγελμα» ορίζεται η βιοποριστική εργασία κάποιου, και επαγγελματίας αυτός που την ασκεί …..

Στα λεξικά, «επάγγελμα» ορίζεται η βιοποριστική εργασία κάποιου, και επαγγελματίας αυτός που την ασκεί.

Επομένως όταν ασκώ ένα επάγγελμα, σκοπός μου είναι να εξασφαλίζω τα προς το ζην και ως επαγγελματίας με ενδιαφέρει το ατομικό και οικογενειακό μου συμφέρον. Δεν νοείται επαγγελματίας αυτός που ενδιαφέρεται για το ατομικό ή οικογενειακό συμφέρον άλλου ατόμου.

Αντιθέτως τώρα ο κρατικός λειτουργός ενδιαφέρεται για το συμφέρον του γενικού συνόλου. Κι αν ο επαγγελματίας ξεκινά από την αφετηρία του λαμβάνειν ο κρατικός λειτουργός ξεκινά από την αφετηρία να προσφέρειν, (αγαθά, γνώσεις, υπηρεσία, χρήματα).

Όταν λοιπόν ασκώ λειτούργημα σκοπός μου δεν είναι να εξασφαλίσω τα προς το ζην εμένα και της οικογένειας μου,(όπως συμβαίνει όταν ασκώ επάγγελμα), αλλά να προσφέρω  προς το σύνολο για την δική του επιβίωση.

Το ατομικό συμφέρον όχι μόνο δεν συμβιβάζεται με το λειτούργημα αλλά και συγκρούεται με αυτό, δεδομένου ότι αυτός που ασκεί λειτούργημα οφείλει να προσφέρει, να δαπανά  κ.λ.π., προς την πολιτεία  κι έτσι μειώνεται η ατομική και οικογενειακή περιουσία του.

Στην περίοδο ακμής όλων των πόλεων-κρατών της αρχαίας Ελλάδας οι πολιτικοί άρχοντες, οι δικαστές, οι διπλωματικοί απεσταλμένοι, οι στρατιωτικοί και γενικά όλα τα άτομα που ήταν ταγμένα στην υπηρεσία του συνόλου και της πολιτείας, δεν ζούσαν από το λειτούργημα που ασκούσαν, ήταν άμισθοι.

Ο θεσμός του  άμισθου επεκτεινόταν και σε οποιοδήποτε άλλο πολίτη που προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία στην πολιτεία, όπως ήταν οι στρατιώτες, οι δικαστές, οι αστυνομικοί, οι υπάλληλοι δημοσίων λειτουργιών καθώς και οι κατασκευαστές δημοσίων και κοινοτικών έργων.

Μάλιστα λειτουργοί ιδιώτες πολίτες αναλάμβαναν με δικά τους χρήματα την κάλυψη δημοσίων δαπανών όπως την συντήριση πολεμικών πλοίων, ανέβασμα θεατρικών έργων, οργάνωση αγώνων κ.α. (χορηγίες).

Το δημόσιο ταμείο υπήρχε για δαπάνες άσχετες με μισθοδοσία όπως αγορά υλικού, εξοπλισμό, κατασκευή στόλου, για παιδεία, εξωτερική πολιτική κ.λ.π.

Από την στιγμή που ο Περικλής καθιέρωσε την χρηματική αποζημείωση ενός ημερομισθίου έστω κι ασήμαντου, για τους δικαστές και ορισμένους άλλους λειτουργούς άρχισε η διαφθορά της πολιτείας.

Η πρακτική της χρησιμοποίησης της δημόσιας θέσης ως μέσο βιοπορισμού οδηγεί τον κάτοχο της θέσης στην κοινή λογική του επαγγελματία που ενδιαφέρεται για  το ατομικό του συμφέρον. Το επιδιώκει λοιπόν με κάθε θεμιτό κι αθέμιτο τρόπο, όπως με «επιδόματα», «έξοδα παράστασης» κ.λ.π. αλλά κι από άλλους πόρους που δεν προέρχονται από το δημόσιο ταμείο.

Έτσι εμφανίστηκαν τα φαινόμενα της δωροληψίας, της συναλλαγής, της προμήθειας κ.λ.π. Η διαφθορά μοιραία εξαπλώνεται και στους μη υπαλλήλους πολίτες οι οποίοι μεταβάλλονται σε δωροδοκούντες, πριμοδότες κ.λ.π.

Ο έμ­μι­σθος υπάλ­λη­λος, του ο­ποί­ου η επι­βί­ω­ση ε­ξαρ­τάται από το Δη­μό­σι­ο Τα­μείο, υ­πο­τάσ­σε­ται και ελέγχεται από αυ­τούς που κρα­τούν τα κλει­δι­ά του, δη­λα­δή από το εκά­στο­τε ή το μό­νι­μο πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο. Ο «επαγ­γελ­μα­τί­ας δημόσιος υπάλληλος» δεν υ­πό­κει­ται πι­α απο­κλει­στι­κά  και μό­νο στην αρ­χή της α­πρό­σω­πης Πο­λι­τεί­ας, της οποί­ας υ­πο­τί­θε­ται ότι είναι υπη­ρέ­της, αλ­λά υπο­κύ­πτει στην τυ­ραν­νί­α δι­α­φό­ρων α­τό­μων, κλι­κών και φα­τρι­ών, από τα ο­ποί­α εξαρ­τάται η μι­σθο­λο­γι­κή και βαθ­μο­λο­γι­κή του πο­ρεί­α.

Το ε­παγ­γελ­μα­το­ποι­η­μέ­νο λει­τούρ­γη­μα, κα­θώς με­ταλ­λάσ­σε­ται ο αρ­χι­κός του χα­ρα­κτή­ρας και με­τα­τρέ­πε­ται από δρα­στη­ρι­ό­τη­τα γι­α την υ­πη­ρε­σί­α του συ­νό­λου, σε δρα­στη­ρι­ό­τη­τα γι­α την εξυ­πη­ρέ­τη­ση των α­σκού­ντων αυ­τό, χά­νει το κύρος του, υ­πο­βι­βά­ζε­ται στη συ­νεί­δη­ση του συ­νό­λου. Οι ικα­νοί, που δεν εν­δι­α­φέ­ρο­νται γι­α το δη­μό­σι­ο χρή­μα, δι­ό­τι μπο­ρούν να ζή­σουν από  οποιοδή­πο­τε άλ­λο ιδι­ω­τι­κό ε­πάγ­γελ­μα, δεν προ­σφέ­ρο­νται γι­α υ­πάλ­λη­λοι ού­τε γι­α η­γέτες της Πο­λι­τεί­ας.

Έτσι υπο­βι­βά­ζε­ται το επί­πε­δο των προ­σφε­ρο­μέ­νων δημο­σί­ων υπη­ρε­σι­ών, δυ­σχε­ραί­νε­ται η ε­πίτευ­ξη του σκο­πού γι­α τον ο­ποίο θε­σπί­στη­κε το λει­τούρ­γη­μα και τε­λι­κά γί­νε­ται προ­βλη­μα­τι­κή η κα­λή λει­τουρ­γί­α των θε­σμών αλ­λά και των δι­α­φό­ρων το­μέ­ων του μη­χα­νι­σμού της Πο­λι­τεί­ας.

Κα­θώς ο έμ­μι­σθος λει­τουρ­γός υ­πη­ρε­τεί το επαγ­γελ­μα­τι­κό του συμ­φέ­ρον, «συμ­μα­χεί» με άλ­λους που έχουν τα ίδι­α μ’ αυτόν συμ­φέ­ρο­ντα, γι­α να μπορέσει έ­τσι να τα εξα­σφα­λίσει και προ­ω­θή­σει ευ­κολότερα. Έ­τσι αρ­χί­ζει η ομα­δο­ποί­η­ση των λει­τουρ­γών, που οδη­γεί στη συ­γκρό­τη­ση μι­κρών και ευ­ρύ­τε­ρων κλι­κών.

Στα­δι­α­κά η κλί­κα που δη­μι­ουρ­γείται με­τα­ξύ των υπαλ­λή­λων μιας υπη­ρε­σί­ας, επε­κτεί­νε­ται στην κά­στα της κα­τη­γο­ρί­ας τους ή του το­μέ­α που επαν­δρώ­νουν. Τε­λι­κή κα­τά­λη­ξη της ο­μα­δο­ποι­ή­σε­ως των λει­τουρ­γών εί­ναι η α­νά­πτυ­ξη κοι­νού καστι­κού πνεύ­μα­τος με­τα­ξύ όλων ό­σοι απο­ζούν α­πό το Δη­μό­σι­ο Τα­μείο, δη­λα­δή όλων των εμ­μίσθων υ­παλ­λή­λων του Κρά­τους.

Έ­τσι η Πο­λι­τεί­α από σχήμα που εξ΄ο­ρι­σμού δη­μι­ουρ­γείται γι­α να υπη­ρε­τεί, γί­νε­ται σχή­μα που υπάρ­χει γι­α να υπη­ρε­τεί­ται από τα εκτός αυ­τής ευ­ρι­σκό­με­να μέ­λη το­υ συ­νό­λου, κα­τα­ντά δη­λα­δή  αυ­τό  που ζούμε σήμερα και που ονο­μά­ζου­με «ληστρι­κό Κρά­τος», δη­λα­δή εξου­σι­α­στι­κό υπο­σύ­νο­λο, που απο­μυ­ζά τους πο­λίτες γι­α να τρέ­φει εκεί­νους που το α­πο­τε­λούν (πο­λι­τι­κούς, ηγέ­τες, βου­λευ­τές, στρα­τι­ω­τι­κούς, δι­πλω­μά­τες, δι­κα­στές, υ­πη­ρε­σι­α­κούς πα­ρά­γο­ντες και υπαλ­λή­λους πάσης κα­τη­γο­ρί­ας).

Η δα­πά­νη του δη­μο­σί­ου χρή­μα­τος πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται με την πα­ρο­χή μι­σθών, επι­δο­μά­των και συ­ντά­ξε­ων, που σαν κον­δύ­λι­α συ­χνά κα­λύ­πτουν πο­σά πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρα α­πό ό­σα χρει­ά­ζε­ται ένα Έθνος γι­α να «λειτουρ­γή­σει» σαν σύ­νο­λο. Έτσι η οικο­νο­μι­κά απο­μυ­ζού­με­νη Πο­λι­τεί­α κα­θί­στα­ται α­νί­κα­νη να α­ντι­με­τω­πί­ζει με ά­νε­ση άλ­λες δα­πά­νες, απα­ραί­τη­τες γι­α την επι­βί­ω­ση και προ­κο­πή το­υ συ­νό­λου.

Με την α­νά­θε­ση των δη­μο­σί­ων θέ­σε­ων και συ­νε­πώς των τυ­χών της ο­μά­δας σε ε­παγ­γελ­μα­τί­ες και τον α­πο­κλει­σμό των υ­πο­λοί­πων με­λών από τη δι­α­δι­κα­σί­α των απο­φά­σε­ων η Πο­λι­τεί­α με­τα­βάλ­λε­ται σε κα­στι­κό κρά­τος, δη­λα­δή σ’ ένα υπο­σύ­νο­λο που ανα­πτύσ­σε­ται σαν ε­ξό­γκω­μα πά­νω στον κορ­μό του συ­νό­λου και ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλει­στό «λόμπυ» ε­ξου­σί­ας, που λει­τουρ­γεί μό­νο γι­α την υ­λι­κή συ­ντή­ρη­ση του ιδί­ου του ε­αυ­τού της, α­δι­α­φο­ρώ­ντας γι­α τα Έ­θνος.

Το κα­στι­κὸ Κρά­τος, ε­κτός του ό­τι από την φύση του α­πο­τε­λεί σχή­μα υ­πο­βι­βα­σμέ­νο σε σχέ­ση με το Εθνι­κό σύ­νο­λο, είναι ταυ­τό­χρο­να σχή­μα α­νί­σχυ­ρο, χα­λα­ρό, συ­γκεντρωτικό και α­νε­νερ­γό σε σύ­γκρι­ση με την Πο­λι­τεί­α, που στη­ρί­ζε­ται στη συ­νε­χή δημό­σι­α ενερ­γο­ποί­η­ση ολό­κλη­ρου το­υ δυ­να­μι­κού της ο­μά­δας και α­ντλεί τις δυ­νά­μεις της από το σύ­νο­λο των α­τό­μων, των ο­ποίων το συμ­φέ­ρον συ­μπί­πτει με το συμ­φέ­ρον της δι­κής τους, μη κα­στικής  Πο­λι­τεί­ας, δη­λα­δή από το σύ­νο­λο των πο­λι­τών.

 

Τα κα­στικά  Κρά­τη, κα­θώς εί­ναι απο­δυ­να­μω­μέ­να, χω­ρίς εσω­τε­ρική συ­νοχή και εκ των πραγ­μά­των απο­χω­ρι­σμέ­να από το κύ­ρι­ο σώ­μα το­υ συ­νό­λου, μοι­ραί­α ε­ξε­λίσ­σο­νται σε δι­ε­θνι­στι­κά και τε­λικά υπο­τάσ­σο­νται στη Δι­ε­θνή Εξου­σί­α – πράγ­μα που εξ αντι­κει­μέ­νου δεν μπο­ρεί να συμ­βεί με την Πο­λι­τεί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι Πο­λι­τεί­α και Δι­ε­θνής Ε­ξου­σί­α είναι δυ­νά­μεις εξ ορι­σμού α­ντί­θε­τες, αντί­πα­λες και α­συμ­βί­βα­στες.

Η κα­τάρ­γη­ση του ε­παγ­γελ­μα­τι­σμού των λει­τουρ­γών απο­τε­λεί κε­φα­λαι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση της κοι­νω­νί­ας και της Πο­λι­τεί­ας και απο­κα­τά­στα­ση του φυ­σι­κού κοι­νω­νι­κού ρό­λου των με­λών τους, ρό­λου που ανε­τρά­πη στην εξου­σι­α­στι­κή κοι­νω­νί­α της πα­ρα­κμής, του ψεύ­δους και της α­νελευ­θε­ρί­ας.

Δημ. I. Λάμπρου. («ναζήτηση», Αθήνα 1980σσ211-219.)

Και για την προσαρμογή:Ελένη Βουγιούκαλου

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.