Στο «μάτι» της Εφορίας μπαίνουν οι καταθέσεις μεγάλων χρηματικών ποσών που έγιναν το 2025 σε τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτών. Αυτό αφορά κατά κόρον ελεύθερους επαγγελματίες που θεωρούνται «υψηλού κινδύνου», επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που απέστειλαν ή που δέχθηκαν εμβάσματα από το εσωτερικό ή από τράπεζες του εξωτερικού.
Ουσιαστικά από «κόσκινο» θα περάσουν οι καταθετικοί λογαριασμοί ή οι λογαριασμοί πληρωμών που είχαν συνολική κίνηση χρέωσης ή πίστωσης άνω των 100.000 ευρώ. Μάλιστα σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, στο Taxisnet θα πρέπει να διαβιβάσουν έως τις 27 Φεβρουαρίου 2026 οι τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα όλα τα δεδομένα για τα ποσά καταθέσεων, αναλήψεων και επενδύσεων σε κινητές αξίες (μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ.) που έγιναν το περασμένο έτος.
Οι υποχρεώσεις των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων
Ταυτόχρονα τα πιστωτικά και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα θα πρέπει να αποστείλουν έως τις 30 Απριλίου 2026 στην ΑΑΔΕ στοιχεία για εμβάσματα, επιταγές και εισπράξεις πελατών μέσω πιστωτικών καρτών αλλά και δεδομένα συναλλαγών υψηλών ποσών των πελατών τους (ελεύθερων επαγγελματιών και νομικών προσώπων).
Με αυτόν τον τρόπο, η ΑΑΔΕ αποκτά μια εκτενή βάση δεδομένων η οποία θα την βοηθήσει στη διενέργεια των διασταυρώσεων, προκειμένου να “τσεκάρει” εάν οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών συγκλίνουν με τα δηλωθέντα εισοδήματα ή τους δηλωθέντες τζίρους των υπόχρεων.
Οι βασικές διασταυρώσεις θα διενεργηθούν με βάση τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων. Σε αυτές η ΑΑΔΕ θα προσυμπληρώσει τα δεδομένα που θα λάβει από τις τράπεζες για τους τόκους καταθέσεων. Μετά θα υπάρξει και νέος γύρος διασταυρώσεων μέσω του ειδικού λογισμικού της ΑΑΔΕ, το οποίο συσχετίζει αυτομάτως καταθέσεις και εισοδήματα.
Εάν λοιπόν από τις διασταυρώσεις προκύψει ότι οι καταθέσεις υπερβαίνουν τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί ή ότι υπάρχουν συνεχείς χρηματικές ροές που υποδεικνύουν έσοδα από μη δηλωθείσα επιχειρηματική δραστηριότητα, τότε ο ελεγχόμενος θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις στην Εφορία
Διευκρινίζεται πως εάν σε αυτή την περίπτωση οι εξηγήσεις που δοθούν από τον φορολογούμενο δε είναι επαρκείς τότε η φορολόγηση του «ακάλυπτου» ποσού θα γίνει με συντελεστή 33%, ενώ στον φόρο θα προστεθεί πρόστιμο έως 50%μ προσαυξήσεις και εισφορά αλληλεγγύης.
ΠΗΓΗ:http://: enikonomia.gr